πελένα: ζεῦγος βοῶν , Hsch. πελέσκεο , πέλευ , v. πέλω . πελεσσύδραι: συστρέμματα ὑδάτων , Id. πελήαρ: περιστεράς ( Lacon. ), Id. πεληϊάδεσσι , v. πελειάς . πέληος: γέρων , Id. ( πολητός cod.) ; cf. π
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πελένα: ζεῦγος βοῶν , Hsch. πελέσκεο , πέλευ , v. πέλω . πελεσσύδραι: συστρέμματα ὑδάτων , Id. πελήαρ: περιστεράς ( Lacon. ), Id. πεληϊάδεσσι , v. πελειάς . πέληος: γέρων , Id. ( πολητός cod.) ; cf. π
come into existence, become, be πέλωandπέλομαι, onlypres.,impf., andaor.:— Act. , mostly3 sg. πέλει, Il. 9.134 , Sol. 13.16 , Pi. P. 4.145 (s.v.l.), A. Ch. 534 ;1 sg. A. πέλω S. OT 245 ;2 sg. πέλ