πτυελ-ίζω , πτυελ-ισμός , πτύελ-ον , πτυελ-ώδης , v. πτυαλίζω , etc. πτυελ-ίζω,πτυελ-ισμός,πτύελ-ον,πτυελ-ώδης, A. v. πτυαλίζω , etc.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πτυελ-ίζω , πτυελ-ισμός , πτύελ-ον , πτυελ-ώδης , v. πτυαλίζω , etc. πτυελ-ίζω,πτυελ-ισμός,πτύελ-ον,πτυελ-ώδης, A. v. πτυαλίζω , etc.