σάλα , v. σάλη . σαλαβάρ: μάγειρος ( Lacon. ), Hsch. σαλάβη , ἡ , v. σαλάμβη ; also σάλαβος , Id. σάλα, A. v. σάλη .σαλαβάρ: μάγειρος( Lacon. ), Hsch. σαλάβη,ἡ, v. σαλάμβη ; alsoσάλαβος, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σάλα , v. σάλη . σαλαβάρ: μάγειρος ( Lacon. ), Hsch. σαλάβη , ἡ , v. σαλάμβη ; also σάλαβος , Id. σάλα, A. v. σάλη .σαλαβάρ: μάγειρος( Lacon. ), Hsch. σαλάβη,ἡ, v. σαλάμβη ; alsoσάλαβος, Id.
σᾰλᾰ-ϊσμός , ὁ , cj. for σαλαί̈ς ( = κωκυτός ) in Hsch. σᾰλᾰ-ϊσμός,ὁ, cj. forσαλαί̈ς( A. = κωκυτός ) in Hsch.
cry out in distress σᾰλᾰ-ί̈ζω, A. cry out in distress, Anacr. 167 (glossed byκόπτεσθαιin Hsch. ).
ἀσάλειν [ σᾰ]: ἀφροντισθῆναι, σάλα γὰρ ἡ φροντίς, Hsch. ἀσάλειν[σᾰ]: ἀφροντισθῆναι, σάλα γὰρ ἡ φροντίς, Hsch.
σάλη , Dor. σάλα , ἡ , = φροντίς (cf. σάλος 11.2 ), Hsch. , Phot. , EM 151.47 : also σαλέη , Hsch. both σαλέη and σάλη = βλάβη , Id. σαλητόν , v. σάρητον . σάλη, Dor. σάλα,ἡ, A. = φροντίς (cf. σάλο