σάλα,
A.
v. σάλη .σαλαβάρ: μάγειρος( Lacon. ), Hsch.
σαλάβη,ἡ, v. σαλάμβη ; alsoσάλαβος, Id.
σάλα , v. σάλη . σαλαβάρ: μάγειρος ( Lacon. ), Hsch. σαλάβη , ἡ , v. σαλάμβη ; also σάλαβος , Id.
σάλα,
A.
v. σάλη .σαλαβάρ: μάγειρος( Lacon. ), Hsch.
σαλάβη,ἡ, v. σαλάμβη ; alsoσάλαβος, Id.