ψαυκρός , ά , όν , in neut. ψαυκρὸν γόνυ: κοῦφον, ἀπὸ τοῦ ἄκρως ψαύειν, Hsch. ; also ψαυκρός: καλλωπιστής, ταχύς, ἐλαφρός, ἀραιός, Id.: cf. σαυκρός. ψαυκρός,ά,όν, in neut.ψαυκρὸν γόνυ: κοῦφον, ἀπὸ τοῦ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ψαυκρός , ά , όν , in neut. ψαυκρὸν γόνυ: κοῦφον, ἀπὸ τοῦ ἄκρως ψαύειν, Hsch. ; also ψαυκρός: καλλωπιστής, ταχύς, ἐλαφρός, ἀραιός, Id.: cf. σαυκρός. ψαυκρός,ά,όν, in neut.ψαυκρὸν γόνυ: κοῦφον, ἀπὸ τοῦ
tenderly reared ζαυκίτροφος,ον, (σαυκρός) A. tenderly reared, Hsch. (ζακκί-cod.).ζᾰφεγγής,ές,very bright, Id.ζᾰφελής,ές,violent, withAdv. -λῶς, Id.; cf.ἐπιζαφελῶς;͂ πάνυ ἀφελής, Suid. :—alsoζάφελος,ο
dry σαυκός,ή,όν, A. dry(Syrac.), Hsch. σαυκρός,ά,όν,=ἁβρός, andσαυκρόπους,ὁ,ἡ,=ἁβρόπους, Id.