ψαυκρός,ά,όν, in neut.ψαυκρὸν γόνυ: κοῦφον, ἀπὸ τοῦ ἄκρως ψαύειν,
Hsch. ; alsoψαυκρός: καλλωπιστής, ταχύς, ἐλαφρός, ἀραιός,Id.: cf.σαυκρός.
ψαυκρός , ά , όν , in neut. ψαυκρὸν γόνυ: κοῦφον, ἀπὸ τοῦ ἄκρως ψαύειν, Hsch. ; also ψαυκρός: καλλωπιστής, ταχύς, ἐλαφρός, ἀραιός, Id.: cf. σαυκρός.
ψαυκρός,ά,όν, in neut.ψαυκρὸν γόνυ: κοῦφον, ἀπὸ τοῦ ἄκρως ψαύειν,
Hsch. ; alsoψαυκρός: καλλωπιστής, ταχύς, ἐλαφρός, ἀραιός,Id.: cf.σαυκρός.