σφῆλαι , σφῆλεν , v. σφάλλω . σφηλόν: λοξόν, πυκνόν, εὐκίνητον , Hsch. ; but, σφηλόν: τὸ ἰσχυρόν , Id. s.v. ἄσφηλοι (cf. also σφειλόν ); cf. ἐρίσφηλος . σφῆλαι,σφῆλεν, A. v. σφάλλω .σφηλόν: λοξόν, π
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σφῆλαι , σφῆλεν , v. σφάλλω . σφηλόν: λοξόν, πυκνόν, εὐκίνητον , Hsch. ; but, σφηλόν: τὸ ἰσχυρόν , Id. s.v. ἄσφηλοι (cf. also σφειλόν ); cf. ἐρίσφηλος . σφῆλαι,σφῆλεν, A. v. σφάλλω .σφηλόν: λοξόν, π
ἄσφηλοι: ἀσθενεῖς, σφηλὸν γὰρ τὸ ἰσχυρόν, Hsch. ἄσφηλοι: ἀσθενεῖς, σφηλὸν γὰρ τὸ ἰσχυρόν, Hsch.
σφειλόν: λοξόν, πυκνόν, εὐκίνητον, προσφυές, δριμύ , Hsch. : cf. σφηλόν . σφειλόν: λοξόν, πυκνόν, εὐκίνητον, προσφυές, δριμύ, Hsch. : cf.σφηλόν.