ἀκοράζεσθαι: ἀκροᾶσθαι , Hsch. (i.e. ἀκο ϝάζεσθαι ). ἀκοραῖος: βλαβερός, ἀνωφελής , Id. ἀκοράζεσθαι: ἀκροᾶσθαι, Hsch. (i.e.ἀκο ϝάζεσθαι).ἀκοραῖος: βλαβερός, ἀνωφελής, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀκοράζεσθαι: ἀκροᾶσθαι , Hsch. (i.e. ἀκο ϝάζεσθαι ). ἀκοραῖος: βλαβερός, ἀνωφελής , Id. ἀκοράζεσθαι: ἀκροᾶσθαι, Hsch. (i.e.ἀκο ϝάζεσθαι).ἀκοραῖος: βλαβερός, ἀνωφελής, Id.