ἀκορραί: ἄκανθαι , Hsch. ἀκόρσωτον: ἀκτένιστον , ἄκαρτον , ἀξύλιστον , Id. ἀκορραί: ἄκανθαι, Hsch. ἀκόρσωτον: ἀκτένιστον,ἄκαρτον,ἀξύλιστον, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀκορραί: ἄκανθαι , Hsch. ἀκόρσωτον: ἀκτένιστον , ἄκαρτον , ἀξύλιστον , Id. ἀκορραί: ἄκανθαι, Hsch. ἀκόρσωτον: ἀκτένιστον,ἄκαρτον,ἀξύλιστον, Id.
κορσ-όω , (cf. κουρά, κείρω ) = κείρειν , Hsch. ; cf. ἀεικορσώσασθαι, ἀκόρσωτον, ἀποκορσόομαι . κορσ-όω, (cf.κουρά, κείρω) A. = κείρειν , Hsch. ; cf.ἀεικορσώσασθαι, ἀκόρσωτον, ἀποκορσόομαι.