κορσ-όω, (cf.κουρά, κείρω)
A.
= κείρειν , Hsch. ; cf.ἀεικορσώσασθαι, ἀκόρσωτον, ἀποκορσόομαι.
κορσ-όω , (cf. κουρά, κείρω ) = κείρειν , Hsch. ; cf. ἀεικορσώσασθαι, ἀκόρσωτον, ἀποκορσόομαι .
κορσ-όω, (cf.κουρά, κείρω)
A.
= κείρειν , Hsch. ; cf.ἀεικορσώσασθαι, ἀκόρσωτον, ἀποκορσόομαι.