head-collector κεφᾰλη-γερέτης,ου, Dor. κεφᾰλή-τᾱς,ὁ, A. head-collector, Comic epith. of Pericles, formed after the Homericνεφεληγερέτης, from the peaked shape of his skull, Cratin. 240 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
head-collector κεφᾰλη-γερέτης,ου, Dor. κεφᾰλή-τᾱς,ὁ, A. head-collector, Comic epith. of Pericles, formed after the Homericνεφεληγερέτης, from the peaked shape of his skull, Cratin. 240 .
head κεφᾰλή,ἡ, A. headof man or beast, Hom. (v.infr.), Alc. 15 , etc.; once in A.,Th. 525 (lyr.), once in S.,Aj. 238 (anap.), also in E.,Fr. 308 (anap.), Rh. 226 (lyr.), al.; ἄλλου οὐδενὸς ἐμψύχου κ.
springing from the head κεφᾰλή-γονος,ον, A. springing from the head, κάλυκες Nic. Fr. 74.25 .
κεφᾰλ-ίδιον , τό , Dim. of κεφαλή , Poll. 2.42 ; as an article of food, POxy. 1656.22 (pl., iv/v A.D. ). κεφᾰλ-ίδιον,τό, Dim. of κεφαλή, Poll. 2.42 ; as an article of food, POxy. 1656.22 (pl.,iv/v A.
κεφᾰ́λ-ιον , τό , Dim. of κεφαλή, ἵππου κ. , as an ornament, IG 22.1466.13 , cf. Dsc. 4.148 , Sor. 1.119 , al., Plu. 2.641b ; κ. γλυκύ , of a person, Sammelb. 5807.12 . κεφᾰ́λ-ιον,τό, Dim. of κεφαλή,
κορύτει: τῇ κεφαλῇ , Hsch. κορύτει: τῇ κεφαλῇ, Hsch.
κράγιον: σύστρεμμα ( σύνστριμμα cod.) ἐν κεφαλῇ , Hsch. κράγιον: σύστρεμμα(σύνστριμμαcod.)ἐν κεφαλῇ, Hsch.
κράνα , v. κρήνη . = κεφαλή , Hsch. κράνα, A. v. κρήνη . II. = κεφαλή , Hsch.
κρᾶς: κρέας, τινὲς δὲ κεφαλή (i.e. κράς ), Hsch. κρᾶς: κρέας, τινὲς δὲ κεφαλή(i.e.κράς), Hsch.
πρῆθμα: πολύποδος κεφαλή: ἔνιοι πλεκτάνη, Hsch. πρῆθμα: πολύποδος κεφαλή: ἔνιοι πλεκτάνη, Hsch.
στροιβᾶν: ἀντιστρέφειν , Hsch. στροίβηλος: ἔπαρμα πληγῆς ἐν κεφαλῇ , Id. στροιβός: δεινός , Id. (fort. δῖνος ). στροιβᾶν: ἀντιστρέφειν, Hsch. στροίβηλος: ἔπαρμα πληγῆς ἐν κεφαλῇ, Id.στροιβός: δεινός,
τρῑτώ , ἡ , = κεφαλή , v. Τριτογένεια. Τρῑτώ , οῦς , ἡ , = Τριτογένεια , AP 6.194 . τρῑτώ,ἡ, A. = κεφαλή , v. Τριτογένεια. II. Τρῑτώ,οῦς,ἡ, = Τριτογένεια , AP 6.194 .
rub ἀνα-μάσσω, Att. ἀνά-ττω,fut. -ξω(v. infr.): (v.μάσσω):— A. ruborwipe off, ἔργον, ὃ σῇ κεφαλῇ ἀναμάξειςa deed (as if a stain), which thouwilt wipe offwith or on thine own head (since it was belie
ἔνδρατα: τὰ ἐνδερόμενα συν τῇ κεφαλῇ καὶ τοῖς ποσί , Hsch. ; cf. ἔνδορα . ἐνδριώνας: δρόμος παρθένων ἐν Λακεδαίμονι , Id. ( ἐν δριῶνας Mein.). ἔνδροια , written for ἔνδρυα 11 , Id. ἔνδρατα: τὰ ἐνδερόμ
of the head κεφάλαι-ος[ᾰ],α,ον,(κεφαλή) A. of the head: metaph.,principal, chief,ῥῆμα κ.(with a play onκεφαλίτης λίθος) Ar. Ra. 854 ; τὸ κ. μέρος PMasp. 151.16 (vi A.D.): Sup. -ότατος v.l. in Pl.
σμερδ-νός , ή , όν ,= foreg., Γοργείη κεφαλή Il. 5.742 ; σμερδναῖσι γαμφηλαῖσι συρίζων φόνον A. Pr. 357 ; μυγαλέη Nic. Th. 815 :—as Adv. , σμερδνὸν βοόων Il. 15.687 ; δέρκεται h.Hom. 31.9 . σμερδ-νός,
to pierce τιτρώσκω, [[ 5th c.BC: Hippocrates Medicus “περὶ τῶν ἐν κεφαλη—ͅ τρωμάτων” 11 (_active_ and _passive_), 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Philebus” 13c, 5th-6th c.BC: Xenophon Historicus “In
clove ἄγλῑς, gen.ἄγλῑθος( A. ἀγλῖθος Choerob. in Theod. p.327H. , ἀγλῖθες Nic. Th. 874 ),ἡ:—cloveof garlic, Antyll. ap. Orib. 8.16.3 ; = ῥάξ , Dsc. 2.152 ; mostly pl.,headof garlic (cf.κεφαλή),
of the colour of barley-meal, ἀλφῐτό-χρως,ωτος,ὁ,ἡ, A. of the colour of barley-meal, κεφαλὴ ἀ. powdered,i.e.mangyhead, Ar. Fr. 533 .
covering the whole man, ἀμφίβροτος,η,ον, alsoος,ον, A. covering the whole man, Hom. always ἀμφιβρότη ἀσπίς Il. 2.389 ;ἀ. χθών,of body assurroundingsoul, Emp. 148 ;ἀ. κώδεια(ἡ γὰρ κεφαλὴ συνέχει πᾶ
asunder, in twain, ἄνδῐχα,Adv., (ἀνά, δίχα) A. asunder, in twain, ἡ δ' [κεφαλὴ] ἄνδιχα πᾶσα κεάσθη Il. 16.412 ; ἄνδιχα πάντα δάσασθαι 18.511 ; opp.ἀμμίγδην, Nic. Th. 912 ;far away, A.R. 4.31 .
human, ἀνδρόμεος,α,ον, (ἀνήρ) A. human, κρέα, αἷμα, χρὼς ἀ., Od. 9.297 , 22.19 , Il. 20.100 ;ψωμοὶ ἀ.gobbetsof man's flesh, Od. 9.374 ;ὅμιλος ἁ.throngof men, Il. 11.538 ; ἀ. κεφαλή Emp. 134 ;αὐδ
uncovered, ἀπο-κάλῠφος [κα̈̆],ον, A. uncovered, κεφαλή Ph. 1.141 (s.v.l.);ἀ. αἰγιαλόςland cultivable onlywhenthe waterreceded, BGU 640 , CPR 32.7 (s. v.l.); ὀψ[ί]μως ἀποκάλυφὁἰ ̔ἄρουραἰ ε̄ CPHerm
labourer γαβαλάν: ἐγκέφαλον ἢ κεφαλή, Id.γάβενα: ὀξυβάφια ἤτοι τρύβλια, Id.γαβεργόρ(=γᾱϝεργός), A. labourer( Lacon. ), Id.