ἀνδρόμεος,α,ον, (ἀνήρ)
A. human, κρέα, αἷμα, χρὼς ἀ.,
Od. 9.297 , 22.19 , Il. 20.100 ;ψωμοὶ ἀ.gobbetsof man's flesh,
Od. 9.374 ;ὅμιλος ἁ.throngof men,
Il. 11.538 ; ἀ. κεφαλή
Emp. 134
;αὐδή, ἐνοπή,
A.R. 1.258 , 4.581 .
II. ἀνδρόμεον: ἱμάτιον(Cret.), Hsch. (-μεο-cognate with Skt.-máya-inhiraṇ-máya-'golden', etc.)