στροιβᾶν: ἀντιστρέφειν, Hsch.
στροίβηλος: ἔπαρμα πληγῆς ἐν κεφαλῇ, Id.στροιβός: δεινός, Id. (fort.δῖνος).
στροιβᾶν: ἀντιστρέφειν , Hsch. στροίβηλος: ἔπαρμα πληγῆς ἐν κεφαλῇ , Id. στροιβός: δεινός , Id. (fort. δῖνος ).
στροιβᾶν: ἀντιστρέφειν, Hsch.
στροίβηλος: ἔπαρμα πληγῆς ἐν κεφαλῇ, Id.στροιβός: δεινός, Id. (fort.δῖνος).