παραφρόν-ιμος , ον , = παράφρων , S. OT 691 (lyr.). παραφρόν-ιμος,ον, A. = παράφρων , S. OT 691 (lyr.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
παραφρόν-ιμος , ον , = παράφρων , S. OT 691 (lyr.). παραφρόν-ιμος,ον, A. = παράφρων , S. OT 691 (lyr.).
παρεισ-βᾰτικός , ή , όν , = παραβατικός, περίοδος π. πρὸς τὸ θέατρον Sch. Ar. Ach. 970 . παρεισ-βᾰτικός,ή,όν, A. = παραβατικός, περίοδος π. πρὸς τὸ θέατρον Sch. Ar. Ach. 970 .
παρηγορ-ητικός , ή , όν , = παρηγορικός , Sch.ll. 13.726 . παρηγορ-ητικός,ή,όν, A. = παρηγορικός , Sch.ll. 13.726 .
of a maiden, maidenly παρθέν-ιος,α,ον, alsoος,ον Pi. P. 12.9 , E. Ph. 224 (lyr.) :— A. of a maiden, maidenly, λῦσε δὲ παρθενίην ζώνην Od. 11.245 ; ὄαροι Hes. Th. 205 ; ἔρως Anacr. 13 A ; κεφαλ
of Parmenides Παρμενίδειος,α , ον(ος,ον Dam. Pr. 433 ), A. of Parmenides, ξένος Plu. 2.1017c :Παρμενίδεια,τά ,his writings, D.L. 2.106 .
lon Παρνᾱσός, Ion. Παρνησός,ὁ,Parnassus, Od. 19.432 , h.Ap. 269 , etc. : —alsoΠαρνασσός, Th. 3.95 , Philod. Scarph. 23 (prob.), Aristonous 1.41 , Hdn. Gr. 1.209 :Adj. Παρνάσιος [ᾱ],α,ον(alsoος,ον E.
παροδ-εύσιμος , η , ον , = παριτός , Sch. Call. Lav.Pall. 90 . παροδ-εύσιμος,η,ον, A. = παριτός , Sch. Call. Lav.Pall. 90 .
like παρ-όμοιος, -ον (also -η (Hdt.), -α (Arist.), -ον), much like, like: Mrk.7:13.† (AS)
tolerably straight, not quite straight παρόρθιος,ον, A. tolerably straight, not quite straight, Apollod. Poliorc. 146.7 , 154.4 :—alsoπάρορθος,ον, ib. 143.11 .
burlesque παρῳδ-ικός,ή,όν, A. burlesque, μέλη D.H. Dem. 54 codd.παρῳδ-ός,όν, (ᾠδή)singing indirectly, obscurely hinting, αἰνίγματα E. IA 1147 . II. Subst.,parodist, such as Matro , Ath. 1.5b ; a
πασταί , αἱ , = παστά (v. παστός, ή , όν 11 ), Eup. 365 . πασταί,αἱ, A. = παστά (v.παστός,ή,όν 11 ), Eup. 365 .
of πάτριος,α,ον, Lyr. and Trag. ; alsoος,ον E. Hel. 222 , and Att. Com., Prose (exc. And. 3.27 ), and Inscrr. (so elsewh., SIG 539 A 14 (Delph.,iii B.C.), 558.21 (Ithaca,iii B.C.), etc.) : (πατήρ) :
of a father πάτριος, α, ον, Lyric poetry and Trag.; also ος, ον [[ 5th c.BC: Euripides Tragicus “Helena” 222 ] Refs 5th c.BC+], and Attic dialect Comedy texts, Prose (except [[ 5th-6th c.BC: Andocide
πατρούεος , α , ον , Thess. for πατρώϊος, πατρῷος , IG 9(2).234.4 (Pharsalus, iii B. C. ). πατρούεος,α,ον, Thess. forπατρώϊος, πατρῷος, IG 9(2).234.4 (Pharsalus,iii B. C.).
παυρίδιος [ ῐδ], η , ον , = παῦρος, π. ἐπὶ χρόνον Hes. Op. 133 . παυρίδιος[ῐδ],η,ον, A. = παῦρος, π. ἐπὶ χρόνον Hes. Op. 133 .
παυσ-τικός , ή , όν , = foreg. 1 , δίψης EM 543.51 . παυσ-τικός,ή,όν,=foreg. 1 , A. δίψης EM 543.51 .
πᾰχυ-κάρδιος , ον , = βαρυκάρδιος , Gloss. πᾰχυ-κάρδιος,ον, A. = βαρυκάρδιος ,Gloss.
πᾰχύ-φρων , ον , gen. ονος , = παχύνοος , Tz. H. 5.716 , Hsch. s.v. Βοῦθος περιφοιτᾷ . πᾰχύ-φρων,ον, gen.ονος, A. = παχύνοος , Tz. H. 5.716 , Hsch. s.v. Βοῦθος περιφοιτᾷ .
πεδάγρετος , ον , Aeol. for * μετάγρετος ( ἀγρέω ), in neut. sg., glossed μεταμέλητον, μεταληπτόν, ποικίλον, μεταδίωκτον , Hsch. πεδάγρετος,ον, Aeol. for *μετάγρετος(ἀγρέω), in neut. sg., glossedμεταμ
Πεδάεοικος , ον , Dor. for μέτοικος , IG 4.552 , 615 ( Argos ). Πεδάεοικος,ον, Dor. forμέτοικος, IG 4.552 , 615 (Argos).
πεδαίχμιος , ον , Aeol. or Dor. for μετ -, A. Ch. 589 (lyr.). πεδαίχμιος,ον, Aeol. or Dor. forμετ-, A. Ch. 589 (lyr.).
πεδάορος [ᾱ] , ον , Aeol. and Dor. for μετήορος, μετέωρος , Alc. 100 ; cf. μετήορος 1 fin. and πεδήορος . πεδάορος [ᾱ],ον, Aeol. and Dor. forμετήορος, μετέωρος, Alc. 100 ; cf. A. μετήορος 1 fin. a
πεδάρσιος , ον , Aeol. or Dor. for μετάρσιος , A. Pr. 271 , 710 , 916 , Ch. 846 , Ar. Av. 1197 (paratrag.). πεδάρσιος,ον, Aeol. or Dor. forμετάρσιος, A. Pr. 271 , 710 , 916 , Ch. 846 , Ar. Av. 1197 (p
πέδορτος (B), ον , = μεθέορτος , expld. by ἡμέρα ἐν ᾗ οὐ γίνεται ἑορτή , Hsch. πέδορτος(B),ον, A. = μεθέορτος , expld. byἡμέρα ἐν ᾗ οὐ γίνεται ἑορτή, Hsch.