LSJπέδορτοςGlossπέδορτος (B), ον , = μεθέορτος , expld. by ἡμέρα ἐν ᾗ οὐ γίνεται ἑορτή , Hsch.πέδορτος(B),ον,A.= μεθέορτος , expld. byἡμέρα ἐν ᾗ οὐ γίνεται ἑορτή, Hsch.ReferencesHsch.