LSJπαυρίδιοςGlossπαυρίδιος [ ῐδ], η , ον , = παῦρος, π. ἐπὶ χρόνον Hes. Op. 133 .παυρίδιος[ῐδ],η,ον,A.= παῦρος, π. ἐπὶ χρόνονHes. Op. 133 .ReferencesHes. Op. 133