παννῠ́χ-ισμα , ατος , τό , = sq., γῆ σελήνης π. Secund. Sent. 15 ; σελήνη πλεόντων π. ib. 6 . παννῠ́χ-ισμα,ατος,τό,=sq., A. γῆ σελήνης π. Secund. Sent. 15 ;σελήνη πλεόντων π.ib. 6 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
παννῠ́χ-ισμα , ατος , τό , = sq., γῆ σελήνης π. Secund. Sent. 15 ; σελήνη πλεόντων π. ib. 6 . παννῠ́χ-ισμα,ατος,τό,=sq., A. γῆ σελήνης π. Secund. Sent. 15 ;σελήνη πλεόντων π.ib. 6 .
παρά-πταισμα , ατος , τό , f.l. for παράπαισμα in Oenom. ap. Eus. PE 5.25 . παρά-πταισμα,ατος,τό, A. f.l. for παράπαισμα in Oenom. ap. Eus. PE 5.25 .
παραβλάστ-ημα , ατος , τό , = foreg., ib. 4.9.2 , Gal. UP 16.2 . παραβλάστ-ημα,ατος,τό,=foreg., ib. 4.9.2 , Gal. UP 16.2 .
παρακατ-ηγόρημα , ατος , τό , = παρασύμβαμα , Stoic. 2.59 , Steph. in Int. 11.16 , Ammon. in Int. 44.26 . παρακατ-ηγόρημα,ατος,τό, A. = παρασύμβαμα , Stoic. 2.59 , Steph. in Int. 11.16 , Ammon. in I
παρακινδύν-ευμα [ ῡ], ατος , τό , = sq., Hsch. s.v. ἐκ παραβολῆς . παρακινδύν-ευμα[ῡ],ατος,τό ,=sq., Hsch. A. s.v. ἐκ παραβολῆς .
παρακοίμ-ημα , ατος , τό , = παραγκάλισμα , Sch. S. Ant. 650 . παρακοίμ-ημα,ατος,τό, A. = παραγκάλισμα , Sch. S. Ant. 650 .
παράλωμα , ατος , τό , ( λῶμα ) prob. = παράρρυμα , Hsch. (pl.). παράλωμα,ατος,τό, (λῶμα) prob. A. = παράρρυμα , Hsch. (pl.).
παρεύρ-ημα , ατος , τό , = foreg., Paus. 2.16.3 (pl.), Oenom. ap. Eus. PE 5.27 . παρεύρ-ημα,ατος,τό,=foreg., Paus. 2.16.3 (pl.), Oenom. ap. Eus. PE 5.27 .
παρῐ́σ-ωμα , ατος , τό , = sq., Cratin. Jun. 7.4 . παρῐ́σ-ωμα,ατος,τό,=sq., Cratin. Jun. 7.4 .
παρῠ́φ-ασμα , ατος , τό , = sq., Gal. 18(2).776 . παρῠ́φ-ασμα,ατος,τό,=sq., Gal. 18(2).776 .
πελέθρ-ισμα , ατος , τό , = πλέθρισμα , Hsch. πελέθρ-ισμα,ατος,τό, A. = πλέθρισμα , Hsch.
πενέστ-ερος , πενέστ-ατος , Comp. and Sup. of πένης . πενέστ-ερος,πενέστ-ατος, Comp. and Sup. of πένης.
περί-στρεμμα , ατος , τό , = διάστρεμμα , Gal. 18(2).888 . περί-στρεμμα,ατος,τό, A. = διάστρεμμα , Gal. 18(2).888 .
περί-τρημα , ατος , τό , f.l. for περίτρητα , Ph. Bel. 72.9 . περί-τρημα,ατος,τό, A. f.l. for περίτρητα , Ph. Bel. 72.9 .
περίπλεγ-μα , ατος , τό , gloss on πρόσπτυγμα , Sch. E. Or. 1049 . περίπλεγ-μα,ατος,τό, A. gloss on πρόσπτυγμα , Sch. E. Or. 1049 .
περιπόλ-ημα , ατος , τό , Astron., = sq., π. κοσμικόν Vett. Val. 259.20 . περιπόλ-ημα,ατος,τό, Astron.,=sq.,π. κοσμικόνVett. Val. 259.20 .
περιπόλ-ισμα , ατος , τό , = περιπόλημα , Vett. Val. 331.20 . περιπόλ-ισμα,ατος,τό, A. = περιπόλημα , Vett. Val. 331.20 .
that which is over and above περίσσ-ωμα,ατος,τό, Att. περίττωμα,ατος,τό, A. that which is over and above, esp.that which remains after the digestion of food, either asa secretionoran excretion, defi
πίασμα [ῐ] (B), ατος , τό , Dor. and later Gr. for πίεσμα (q.v.). πίασμα [ῐ](B),ατος,τό, Dor. and later Gr. forπίεσμα(q.v.).
πῐνῠτ-ής , ῆτος , Dor. ᾶτος , ἡ , = foreg., AP 7.490 ( Anyt. ). πῐνῠτ-ής,ῆτος, Dor. ᾶτος,ἡ,=foreg., AP 7.490 ( Anyt. ).
πίστ-ευμα , ατος , τό , = πίστωμα , A. Ag. 878 (pl.). πίστ-ευμα,ατος,τό, A. = πίστωμα , A. Ag. 878 (pl.).
πλᾰδᾰ́ρ-ωμα , ατος , τό , = πλάδος , Suid. s.v. πλαδαρόν (pl.). πλᾰδᾰ́ρ-ωμα,ατος,τό, A. = πλάδος , Suid. s.v. πλαδαρόν (pl.).
πλέκωμα , ατος , τό , = δράγμα , Sch. Theoc. 7.157 . πλέκωμα,ατος,τό, A. = δράγμα , Sch. Theoc. 7.157 .
πλῆμα , ατος , τό , = πλῆσμα , Hsch. , Phot. πλημαθῆναι: πλησθῆναι, Hsch. πλημαινόν: παλαιόν, Id. πλῆμα,ατος,τό, A. = πλῆσμα , Hsch. , Phot. πλημαθῆναι: πλησθῆναι, Hsch. πλημαινόν: παλαιόν,Id.