LSJπαράλωμαGlossπαράλωμα , ατος , τό , ( λῶμα ) prob. = παράρρυμα , Hsch. (pl.).παράλωμα,ατος,τό, (λῶμα) prob.A.= παράρρυμα , Hsch. (pl.).ReferencesHsch.