LSJπαρακοίμ-ημαGlossπαρακοίμ-ημα , ατος , τό , = παραγκάλισμα , Sch. S. Ant. 650 .παρακοίμ-ημα,ατος,τό,A.= παραγκάλισμα , Sch. S. Ant. 650 .ReferencesS. Ant. 650