καννοχερσαία , ἡ , = ἑλξίνη , Ps.- Dsc. 4.39 . καννοχερσαία,ἡ, A. = ἑλξίνη , Ps.- Dsc. 4.39 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
καννοχερσαία , ἡ , = ἑλξίνη , Ps.- Dsc. 4.39 . καννοχερσαία,ἡ, A. = ἑλξίνη , Ps.- Dsc. 4.39 .
construction of astronomical tables κᾰνονο-γρᾰφία,ἡ, A. construction of astronomical tables, Ptol. Alm. 2.9 , Vett.Val. 336.12 :—alsoκᾰνονο-ποιί̈α,ἡ, Ptol. Alm. 3.1 , Theon inPtol. Alm. p.109H. , V
κᾰπηλ-ευτικός , ή , όν , = καπηλικός , Pl. Lg. 842d . κᾰπηλ-ευτικός,ή,όν, A. = καπηλικός , Pl. Lg. 842d .
of κᾰπηλ-ικός,ή,όν, A. oforfor a κάπηλος, ζυγόν Dinol. 2 (fort.καπανικόν) ; ἀργύρωμα IG 11(2).110 (Delos,iii B.C.), cf. 111 ;mercenary, ἦθος M.Ant. 4.28 ; σοφιστής Poll. 4.48 ;ἡ -ική(sc.τέχν
καπν-ία , ἡ , = κάπνη 1 , Moer. 292 , Gloss. καπν-ία,ἡ, A. = κάπνη 1 , Moer. 292 ,Gloss.
κᾱρᾰβίς , ίδος , ἡ , = κάραβος 1 (Methymn.), Hsch. = κάραβος 11 , Sch. Opp. H. 1.261 ; but distd. by Gal. 19.686 . κᾱρᾰβίς,ίδος,ἡ, A. = κάραβος 1 (Methymn.), Hsch. II. = κάραβος 11 , Sch. Opp. H.
καρδᾰμ-ίνη , ἡ , = σισύμβριον , Dsc. 2.128 . = ἰβηρίς , Aët. 12.1 . = κάρδαμον , Ps.- Dsc. 2.155 . καρδᾰμ-ίνη,ἡ, A. = σισύμβριον , Dsc. 2.128 . 2. = ἰβηρίς , Aët. 12.1 . 3. = κάρδαμον , Ps.- Dsc
καρδᾰμ-ίς , ίδος , ἡ , = κάρδαμον , Nic. Al. 533 , Plu. 2.466d . καρδᾰμ-ίς,ίδος,ἡ, A. = κάρδαμον , Nic. Al. 533 , Plu. 2.466d .
kneading-trough κάρδοπος,ἡ, A. kneading-trough, Eup. 228 (pl.), Ar. Ra. 1159 ; κ. πλατεῖα Pl. Phd. 99b : generally,wooden vessel, Hom. Epigr. 15.6 ;mortar, Nic. Th. 527 : Com. fem.καρδόπη,ἡ, coined
κάρδος , ἡ , = κάκτος , Ath. 2.70e . κάρδος,ἡ, A. = κάκτος , Ath. 2.70e .
κᾰρέα , ἡ , = καρύα , Phlp. in GA 23.7 , al. κᾰρέα,ἡ, A. = καρύα , Phlp. in GA 23.7 , al.
καριμοίρους: τοὺς ἐν μηδεμιᾷ μοίρᾳ, ἢ μισθοφόρους , Hsch. ; cf. Κάρ . καριμοίρους: τοὺς ἐν μηδεμιᾷ μοίρᾳ, ἢ μισθοφόρους, Hsch. ; cf.Κάρ.
καρκῐν-άς , άδος , ἡ , Dim. of καρκίνος 1 , Gal. 6.717 , Ael. NA 7.31 , Artem. 2.14 , Opp. C. 2.286 , H. 1.320 . καρκῐν-άς,άδος,ἡ, Dim. of A. καρκίνος 1 , Gal. 6.717 , Ael. NA 7.31 , Artem. 2.14 ,
mimic dance καρπαία,ἡ, A. mimic danceof the Thessalians, in which a peasant scuffles with a cattle-stealer,τὴν καρπαίαν . . ἐν τοῖς ὅπλοις Ὀρχεῖσθα<> X. An. 6.1.7 , cf. Ath. 1.15f :—alsoκάρπεα,ἡ, Ma
καρποτόκ-εια , ἡ , poet. fem. of καρποτόκος , Nonn. D. 21.26 . καρποτόκ-εια,ἡ, poet. fem. ofκαρποτόκος, Nonn. D. 21.26 .
patient endurance, perseverance καρτερ-ία,ἡ, A. patient endurance, perseverance, opp.μαλακία, X. Cyr. 8.8.15 , cf. Pl. La. 192b , al.; κ. ἡ περὶ τοὺς πόνους D.H. 2.28 ; distd. fromἐγκράτεια(self-co
κάρτιστος , η , ον , Ep. for κράτιστος . καρτομιστής , ὁ , = κερτ- , Hsch. κάρτιστος,η,ον, Ep. forκράτιστος.καρτομιστής,ὁ, A. = κερτ- , Hsch.
καρυηνόν , τό , or Καρυηνός , ή , όν , v. κάροινον . καρυηνόν,τό, orΚαρυηνός,ή,όν, A. v. κάροινον .
κᾰρῠο-τομία , ἡ , dub. sens. in Gloss. κᾰρῠο-τομία,ἡ, dub. sens. inGloss.
καρχᾰρ-όδων , οντος , ὁ , ἡ , = foreg., λύκος Theoc. 24.87 . καρχᾰρ-όδων,οντος,ὁ,ἡ,=foreg., A. λύκος Theoc. 24.87 .
κασάνδρα , gloss on ἐπάγων , Hsch. κασᾶς , v. κασῆς . κασαύρα and κασαυράς , ἡ , = κασαλβάς , Id. κασάνδρα, A. gloss on ἐπάγων , Hsch. κασᾶς, v. κασῆς .κασαύραandκασαυράς,ἡ, = κασαλβάς , Id.
κάσσα , ἡ , = κασαλβάς , Lyc. 131 : κασσαβάς , EM 493.28 . κάσσα,ἡ, A. = κασαλβάς , Lyc. 131 :κασσαβάς, EM 493.28 .
κάσσει: νεοσσειᾷ , Hsch. κασσία , ἡ , v. κασία . κάσσει: νεοσσειᾷ, Hsch. κασσία,ἡ, A. v. κασία .
Κασσιέπεια , ἡ , the constellation Cassiopea , Eudox. ap. Hipparch. 1.2.13 . Κασσιέπεια,ἡ, the constellationCassiopea, Eudox. ap. Hipparch. 1.2.13 .