LSJκάρτιστοςGlossκάρτιστος , η , ον , Ep. for κράτιστος . καρτομιστής , ὁ , = κερτ- , Hsch.κάρτιστος,η,ον, Ep. forκράτιστος.καρτομιστής,ὁ,A.= κερτ- , Hsch.ReferencesHsch.Related Lemmasκαρτομιστής