καριμοίρους: τοὺς ἐν μηδεμιᾷ μοίρᾳ, ἢ μισθοφόρους, Hsch. ; cf.Κάρ.
καριμοίρους:
Gloss
καριμοίρους: τοὺς ἐν μηδεμιᾷ μοίρᾳ, ἢ μισθοφόρους , Hsch. ; cf. Κάρ .
καριμοίρους: τοὺς ἐν μηδεμιᾷ μοίρᾳ, ἢ μισθοφόρους , Hsch. ; cf. Κάρ .
καριμοίρους: τοὺς ἐν μηδεμιᾷ μοίρᾳ, ἢ μισθοφόρους, Hsch. ; cf.Κάρ.