πρόσχειρος , ον ,= πρόχειρος , Phld. Ir. p.62 W. πρόσχειρος,ον,=πρόχειρος, Phld. Ir. p.62 W.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πρόσχειρος , ον ,= πρόχειρος , Phld. Ir. p.62 W. πρόσχειρος,ον,=πρόχειρος, Phld. Ir. p.62 W.
προσχώρ-ιος , ον ,= πρόσχωρος , Str. 15.1.70 , J. AJ 11.4.1 , Paus. 2.18.1 . προσχώρ-ιος,ον,=πρόσχωρος, Str. 15.1.70 , J. AJ 11.4.1 , Paus. 2.18.1 .
προσώνῠμ-ος , ον , = ἐπώνυμος , IG 42(1).84.29 (Epid., i A.D. ). προσώνῠμ-ος,ον, A. = ἐπώνυμος , IG 42(1).84.29 (Epid.,i A.D.).
προτέρ-ιος , α , ον , prob. f.l. for πρότερος in Tab.Defix.Aud. 50.13 (iv B.C.) . προτέρ-ιος,α,ον, prob. A. f.l. for πρότερος in Tab.Defix.Aud. 50.13 (iv B.C.).
προῦπτος , ον , contr. for πρόοπτος . προῦπτος,ον, contr. forπρόοπτος.
προχωρ-ητικός , ή , όν ,= προφορικός, λόγος Numen. ap. Lyd. Mens. 4.80 . προχωρ-ητικός,ή,όν,= A. προφορικός, λόγος Numen. ap. Lyd. Mens. 4.80 .
πρυμν-ητικός , ή , όν ,= πρυμνήσιος, ἄφλαστα Callix. 1 . -κή, ἡ , poop-awning, PCair. Zen. 54.4 , 19 (iii B.C.) . πρυμν-ητικός,ή,όν,= A. πρυμνήσιος, ἄφλαστα Callix. 1 . II. -κή,ἡ ,poop-awning, PC
πρώθ-ηβος , ον ,= foreg., B. 17.57 . πρώθ-ηβος,ον,= foreg., B. 17.57 .
πρῷμος , ον , Att. for πρώϊμος , Ar. Fr. 373 . πρῷμος,ον, Att. forπρώϊμος, Ar. Fr. 373 .
the very first πρώτιστ-ος,η,ον, alsoος,ον h.Cer. 157 :—poet. and late Prose Sup. of πρῶτος, A. the very first, Il. 2.228 , 16.656 , Od. 19.447 ;πολὺ π. Il. 2.702 , Od. 14.220 , etc.;ὁ π. χρόνος, op
πρωτό-ᾰλος , ον , ̔ἅλς̓ = πρωτόπλοος , Hsch. πρωτό-ᾰλος,ον , ̔ἅλς̓ A. = πρωτόπλοος , Hsch.
πρωτό-βοιος , α , ον ,= βούπρῳρος, δωδεκῄς Delph. 3(2).63 . πρωτό-βοιος,α,ον,= A. βούπρῳρος, δωδεκῄς Delph. 3(2).63 .
first-born, firstling πρωτό-γονος,ον, alsoη,ον Paus. 1.31.4 :— A. first-born, firstling,ἄρνες, ἔριφοι, Il. 4.102 , Hes. Op. 543 ;φοῖνιξ π.first-born, first-created, E. Hec. 458 (lyr.);τὰ π. LXX Mi.
πρωτο-θρόνιος , α , ον ,= sq., epith. of Artemis, Paus. 10.38.6 . πρωτο-θρόνιος,α,ον,= sq., epith. of Artemis, Paus. 10.38.6 .
πρωτό-θῠτος , ον , gloss on πρωτόσφακτος , Sch. Lyc. 329 . πρωτό-θῠτος,ον, A. gloss on πρωτόσφακτος , Sch. Lyc. 329 .
πρωτό-κοπος , ον ,= πρωτόκουρος , Sammelb. 4496.18 (vi A.D.) , al. πρωτό-κοπος,ον,=πρωτόκουρος, Sammelb. 4496.18 (vi A.D.), al.
πρωτο-σέληνος , ον ,= προσέληνος , of old, worn-out men, Ar. Fr. 55 D. πρωτο-σέληνος,ον,=προσέληνος, of old, worn-out men, Ar. Fr. 55 D.
sowing πρωτο-σπόρος,ον, A. sowingorbegetting first, Luc. Am. 32 ; μόθου π. ἀρχή Coluth. 62 . II. proparox.πρωτόσπορος,ον , Pass. ,first sownorgenerated, Theodect. 18 , Nonn. D. 9.142 , etc.
πρωτό-τμητος , ον ,= πρωτόκουρος , IG 12(5).173 iv ( Paros ). πρωτό-τμητος,ον,=πρωτόκουρος, IG 12(5).173 iv (Paros).
πρωτό-φῠτος , ον ,= πρωτοφυής , AP 4.2.2 ( Phil. ). πρωτό-φῠτος,ον,=πρωτοφυής, AP 4.2.2 ( Phil. ).
first-ripe πρωτό-γονος, ον, also η, ον [[ 2nd c.AD: Pausanias Periegeta 1.31.4 ] Refs 2nd c.AD+]:— first-born, firstling, ἄρνες, ἔριφοι, [[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 4.102, 8th-7th c.BC
πρῶτος , η , ον , v. πρότερος B. πρῶτος,η,ον, A. v. πρότερος B.
made of feathers πτέρ-ῐνος,η,ον, alsoος,ον, (πτερόν) A. made of feathers,κύκλος feather-fan, E. Or. 1429 (lyr.); ῥιπίς AP 6.306 (Aristo); στέφανος Plb. 6.23.12 ; ναός Str. 9.3.9 , Eratosth. Cat
feathered πτερ-ωτός,ή,όν, alsoός,όν S. OC 1460 :— A. feathered, Hdt. 2.76 ; τοξεύματα E. HF 571 , cf. Or. 274 ; [ἡ ψυχὴ] ἦν τὸ πάλαι π. Pl. Phdr. 251b ;προσκεφάλαια π.stuffed with feathers, Poll.