LSJπροχωρ-ητικόςGlossπροχωρ-ητικός , ή , όν ,= προφορικός, λόγος Numen. ap. Lyd. Mens. 4.80 .προχωρ-ητικός,ή,όν,=A.προφορικός, λόγοςNumen.ap. Lyd. Mens. 4.80 .ReferencesNumen.Lyd. Mens. 4.80