ῥαβδηφόρος , ον , poet. for ῥαβδοφόρος ,= θυρσοφόρος , Lyc. 1140 . ῥαβδηφόρος,ον, poet. forῥαβδοφόρος,=θυρσοφόρος, Lyc. 1140 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ῥαβδηφόρος , ον , poet. for ῥαβδοφόρος ,= θυρσοφόρος , Lyc. 1140 . ῥαβδηφόρος,ον, poet. forῥαβδοφόρος,=θυρσοφόρος, Lyc. 1140 .
slender, taper ῥᾰδῐνός,ή,όν, Aeol. βράδῐνος[ᾰ],α,ον , poet.Adj. A. slender, taper, ἱμάσθλη Il. 23.583 ; ἄκοντες Stesich. 53 ; κίονες Ibyc. 58 ; of plants, ὄρπαξ Sapph. 104 ; φοῖνιξ Thgn. 6
ῥάϊστος , α , ον , Dor. for ῥήϊστος ; v. ῥᾴδιος . ῥάϊστος,α,ον, Dor. forῥήϊστος; A. v. ῥᾴδιος .
ragged, ῥάκ-ῐνος[ᾰ],η,ον , A. ragged, Michel 832.17 , al. (Samos,iv B.C.), Schwyzer 462 B 37 (Tanagra,iii B.C.). 2. -ον,τό , a substance used in alchemy, Zos.Alch. p.185 B. (s. v.l.).
ῥαμψός , ή , όν ,= ῥαιβός , Hsch. ῥᾶνα: ἄρνα, Ῥωμαῖοι δὲ βάτραχον , Id. (cf. ῥήν , also ϝρᾶνον [cod. τρανόν]: ἑξαμηνιαῖον πρόβατον , Id.). ῥανᾶται: πλανᾶται, σπείρεται , Id. ῥαμψός,ή,όν,=ῥαιβός, Hsch.
ῥᾰφῐδ-ευτός , ή , όν ,= ῥαπτός , ib. 37.21 . ῥᾰφῐδ-ευτός,ή,όν,=ῥαπτός, ib. 37.21 .
ῥιγνόομαι ,= ῥικνόομαι , Phot. ῥιγνός , ή , όν ,= ῥικνός , Hsch. ῥιγνόομαι,=ῥικνόομαι, Phot. ῥιγνός,ή,όν,=ῥικνός, Hsch.
ῥιψ-άσπῐδος , ον ,= sq., χείρ Eup. Oxy. 1087.46 . ῥιψ-άσπῐδος,ον,= sq., A. χείρ Eup. Oxy. 1087.46 .
ῥοδ-ᾰλός , ή , όν ,= ῥόδινος, παρειαί Opp. C. 1.501 . ῥοδ-ᾰλός,ή,όν,= A. ῥόδινος, παρειαί Opp. C. 1.501 .
ῥόδ-ειος , ον ,= sq., Suid. ῥόδ-ειος,ον,= sq., Suid.
rushing, roaring, dashing ῥόθ-ιος,ον, alsoα,ον AP 9.32 , 10.2 ( Antip.Sid. ):— A. rushing, roaring, dashing, esp. of waves, ἀμφὶ δὲ κῦμα βέβρυχεν ῥόθιον Od. 5.412 ; of oars, ῥ. πλάται E. IT 1133
ῥοιζ-αῖος , α , ον ,= ῥοιζήεις , Orac.Chald. 300 . ῥοιζ-αῖος,α,ον,=ῥοιζήεις, Orac.Chald. 300 .
ῥοπᾰλο-μάχος [ μᾰ], ον , = κορυνήτης , Hsch.sub h.v. ῥοπᾰλο-μάχος[μᾰ],ον, A. = κορυνήτης , Hsch.sub h.v.
ῥοπτός , ή , όν , ̔ῥόφὠ = ῥοφητός , Hp. ap. Gal. 19.136 . ῥοπτός,ή,όν , ̔ῥόφὠ A. = ῥοφητός , Hp. ap. Gal. 19.136 .
ῥύθμ-ιος , α , ον ,= ῥυθμικός , Hdn.Gr. 2.443 , 853 . ῥύθμ-ιος,α,ον,=ῥυθμικός, Hdn.Gr. 2.443 , 853 .
σᾰκοφόρος , ον , = σακεσφόρος , Hsch. ; dub. in Ath.Mitt. 10.208 ( Cyzicus ). = σακκοφόρος (q.v.). σᾰκοφόρος,ον, A. = σακεσφόρος , Hsch. ; dub. in Ath.Mitt. 10.208 (Cyzicus). II. = σακκοφόρος (q.v
σᾰοσίμβροτος , ον ,= σαόμβροτος , Hsch. σᾰοσίμβροτος,ον,=σαόμβροτος, Hsch.
σαρκ-ικός , ή , όν ,= sq. 1 , χρώς, δέρμα , Sotad. 19 ; = sq. 3 , 1 Ep.Cor. 9.11 , Ep.Rom. 7.14 (v.l.), Cod.Just. 1.3.41.4 . σαρκ-ικός,ή,όν,= sq. 1 ,χρώς, δέρμα, Sotad. 19 ;=sq. 3 , 1 Ep.Cor. 9.11 , E
σᾱτινός , ή , όν ,= τητινός ( σητινός is not found), ἀρνία PCair.Zen. 406.11 (iii B.C.) ; [ πυροί ] EM 711.48 (where σατίνους , v.l. σατινοὺς ). σᾱτινός,ή,όν,=τητινός(σητινόςis not found), A. ἀρνία
Σᾰτύριος [ ῠ], η , ον ,= Σατυρικός 1 , ὠτάρια , of ornaments, BGU 781 ii 1 (i A.D.) . Σᾰτύριος[ῠ],η,ον ,= A. Σατυρικός 1 ,ὠτάρια, of ornaments, BGU 781 ii 1 (i A.D.).
dry σαυκός,ή,όν, A. dry(Syrac.), Hsch. σαυκρός,ά,όν,=ἁβρός, andσαυκρόπους,ὁ,ἡ,=ἁβρόπους, Id.
serving to quench σβεσ-τήριος,α , ον(ος,ον Ph. 1.350 ), A. serving to quenchorput out,κωλύματα [πυρὸς] ς. Th. 7.53 : asSubst., σβεστήρια τοῦ πυρός D.H. 3.56 , cf. Plu. Cam. 34 , etc.: metaph., ς.
σβεσ-τικός , ή , όν , = foreg., Arist. Pr. 933a23 , LXX Wi. 19.20 , Dsc. 1.128 : Comp. and Sup. , Thphr. Ign. 59 . σβεσ-τικός,ή,όν,=foreg., Arist. Pr. 933a23 , LXX Wi. 19.20 , Dsc. 1.128 : Comp. and S
σεβ-ιστός , ή , όν ,= σεβαστός , Hsch. σεβ-ιστός,ή,όν,=σεβαστός, Hsch.