Σίφνος , ἡ , Siphnus , Hdt. 3.57 , etc.: Adj. Σίφνιος , α , ον , Str. 10.5.1 ; οἱ Σίφνιοι Hdt. l.c., etc. Σίφνος,ἡ,Siphnus, Hdt. 3.57 , etc.:Adj. Σίφνιος,α,ον, Str. 10.5.1 ; A. οἱ Σίφνιοι Hdt. l.c
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
Σίφνος , ἡ , Siphnus , Hdt. 3.57 , etc.: Adj. Σίφνιος , α , ον , Str. 10.5.1 ; οἱ Σίφνιοι Hdt. l.c., etc. Σίφνος,ἡ,Siphnus, Hdt. 3.57 , etc.:Adj. Σίφνιος,α,ον, Str. 10.5.1 ; A. οἱ Σίφνιοι Hdt. l.c
σῐωπ-ηρός , ά , όν ,= foreg., AP 7.199 , 211 (both Tymn. ); σιωπηρότερος ( -ηλότερος as cited in Ath. 5.188a ) X. Smp. 1.9 . Adv. -ρῶς Gloss. σῐωπ-ηρός,ά,όν,= foreg., AP 7.199 , 211 (both Tymn. );σιωπ
uneven, unequal, rough σκᾰλην-ός,ή,όν, alsoός,όν Leon. ap. Stob. 4.52.28 :— A. uneven, unequal, rough, Democr. ap. Thphr. Sens. 66 , Epicur. Ep. 2p.50U. ;ἀταρπὸς ς. aruggedpath, Leon. l.c.;ς. φλέψas
Σκαπτησῡλικός , ή , όν , IG 12.301.103 , 116 ; Σκαπτησῡλῖται , St.Byz. Σκαπτησῡλικός,ή,όν, IG 12.301.103 , 116 ;Σκαπτησῡλῖται, St.Byz.
σκαπτοφόρος , ον , Dor. for σκηπτροφόρος . σκαπτοφόρος,ον, Dor. forσκηπτροφόρος.
σκευωρ-ός , όν , = σκευοφύλαξ , Cratin. 159 . (In late Gr. written σκαιωρ-έω , σκευωρ-ία , etc. (qq. v.) with -αι- representing σκεύωρ-ε- (cf. παρασκεάζω, σκεοθήκα, σκεοφύλαξ , etc.).) σκευωρ-ός,όν,
σκηπτοφόρος , Dor. σκᾱπτο- , ον , = σκηπτροφόρος , AP 7.428 ( Mel. ). σκηπτοφόρος, Dor. σκᾱπτο-,ον, A. = σκηπτροφόρος , AP 7.428 ( Mel. ).
σκῐᾰρός , ά , όν , v. σκιερός . σκῐᾰρός,ά,όν, A. v. σκιερός .
σκῑφός , ή , όν ,= κνιπός , Suid. (s.v.l.). σκῑφός,ή,όν,=κνιπός, Suid. (s.v.l.).
σκιώδιον , perh. neut. of σκιώδιος , α , ον ,= foreg. 2 , στρῶμα ς. ἕν Sammelb. 7033.38 (v A.D.) . σκιώδιον, perh. neut. ofσκιώδιος,α,ον,= foreg. 2 , A. στρῶμα ς. ἕν Sammelb. 7033.38 (v A.D.).
leading a hard life σκληρό-βῐος,ον, A. leading a hard life, Tz. Proll.Hes. p.13G. ;σκληρο-βίοτος,ον, Phryn. PS p.107B.
σκληρό-τρῐχος , ον ,= σκληρόθριξ, πρόβατον Gal. 4.605 . σκληρό-τρῐχος,ον,= A. σκληρόθριξ, πρόβατον Gal. 4.605 .
σκλοιός , ά , όν ,= σκολιός , Hdn.Gr. 1.109 . σκλοιός,ά,όν,=σκολιός, Hdn.Gr. 1.109 .
σκνῑπαῖος , α , ον , ( σκνιπός (B)) v.l. for σκνιφαῖος in Theoc. 16.93 . σκνῑπαῖος,α,ον, (σκνιπός(B)) A. v.l. for σκνιφαῖος in Theoc. 16.93 .
σκνῑφός , ή , όν , v. σκνιπός (A); σκνίφος , v. σκνιπός (B). σκνῑφός,ή,όν, A. v. σκνιπός (A);σκνίφος, v. σκνιπός (B).
σκολῐό-χειλος , ον , gloss on ἀγκυλόχειλος , AB 329 . σκολῐό-χειλος,ον, A. gloss on ἀγκυλόχειλος , AB 329 .
of the scorpion σκόρπειος,α,ον, Ion. σκοροδ-ήϊος,η,ον, A. of the scorpion, Orph. L. 510 (-ήϊα), 622 (-είην), Man. 1.35 .
σκορπιό-πληκτος , ον ,= σκορπιόδηκτος (q.v.), Dsc. 4.192 , Philum. Ven. 10.1 , al. σκορπιό-πληκτος,ον,=σκορπιόδηκτος(q.v.), Dsc. 4.192 , Philum. Ven. 10.1 , al.
in the dark σκοτ-αῖος,α,ον, alsoος,ον D.S. 3.48 , Plu. Fab. 7 :— A. in the dark, joined with a Verb, of persons, 1. before morning, ἐλείπετο τῆς νυκτὸς ὅσον σκοταίους διελθεῖν τὸ πεδίον X. An. 4.1
dark σκότ-ιος,α,ον, alsoος,ον E. Alc. 125 (lyr.), J. AJ 19.7.1 :— A. dark, I. of persons,in the dark, in secret, secret,σκότιον δέ ἑ γείνατο μήτηρ, i.e. not in open, lawful wedlock, Il. 6.24 ; so p
σκοτερός , ά , όν ,= σκότιος, ὄρφνη Orph. A. 1042 (s. v.l.). σκοτερός,ά,όν,= A. σκότιος, ὄρφνη Orph. A. 1042 (s. v.l.).
σκοτι-αῖος , α , ον , v.l. for σκοταῖος in Poll. 1.69 . σκοτι-αῖος,α,ον, A. v.l. for σκοταῖος in Poll. 1.69 .
σκυδά: σκιά, Εὖκλος , Hsch. σκυδίζω ,= λακτίζω , Id. σκύδμαινος , ον ,= σκυθρωπός , Id. σκυδά: σκιά, Εὖκλος, Hsch. σκυδίζω,=λακτίζω, Id.σκύδμαινος,ον,=σκυθρωπός, Id.
of sad σκυθρωπ-ός,όν, alsoή,όν Hp. Epid. 3.17 .ιδ́, Ephor. Fr. 96J. , Plu. 2.417c , etc.: (σκυθρός, ὤψ):— A. of sadorangry countenance, sullen, E. Med. 271 , Hipp. 1152 ; ὄμμα καὶ πρόσωπον Id. Ph.