LSJσκνῑφόςGlossσκνῑφός , ή , όν , v. σκνιπός (A); σκνίφος , v. σκνιπός (B).σκνῑφός,ή,όν,A.v. σκνιπός (A);σκνίφος, v. σκνιπός (B).Related Lemmasσκνίφος