κορβᾶ: ἡ τοῦ κόρματος καὶ Κορύβαντος ( -αντίας cod.) αἰτία , Hsch. κορβᾶ: ἡ τοῦ κόρματος καὶ Κορύβαντος(-αντίαςcod.)αἰτία, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κορβᾶ: ἡ τοῦ κόρματος καὶ Κορύβαντος ( -αντίας cod.) αἰτία , Hsch. κορβᾶ: ἡ τοῦ κόρματος καὶ Κορύβαντος(-αντίαςcod.)αἰτία, Hsch.
κόριλλα , ἡ , Boeot. Dim. of κόρα , IG 7.713 , al. ( Tanagra ), 2901 ( Coronea ). κόριλλα,ἡ, Boeot. Dim. of κόρα, IG 7.713 , al. (Tanagra), 2901 (Coronea).
Κόρινθος , ὁ and ἡ , Corinth , the city and country, ἀφνειὸς K. Il. 2.570 , Pi. Fr. 122.2 ; ὀφρυόεντα K. Orac. ap. Hdt. 5.92 . β́ , cf. Plb. 4.67.8 , Str. 8.6.20 ; but ἡ K. Hdt. 3.50 , Th. 1.25 , etc.
κορίσκη , ἡ , Dim. of κόρη , Pl.Com. 69.12 , Timocl. 22 :—hence κορίσκιον , Poll. 2.17 . κορίσκη,ἡ, Dim. of κόρη, Pl.Com. 69.12 , Timocl. 22 :—henceκορίσκιον, Poll. 2.17 .
κορσ-ωτός , ή , όν , = κροσσωτός (which is v.l.), Lyc. 291 . κορσ-ωτός,ή,όν, A. = κροσσωτός (which is v.l.), Lyc. 291 .
Κορῠβαντ-ικός , ή , όν , Corybantic , σκιρτήματα Plu. 2.759b , cf. Porph. Abst. 2.21 ; οἱ τὰ K. τελούμενοι D.H. Dem. 22 . Κορῠβαντ-ικός,ή,όν,Corybantic, A. σκιρτήματα Plu. 2.759b , cf. Porph. Abst
Κορῠβαντ-ίς , ίδος , ἡ , pecul. fem of Κορύβας , Nonn. D. 2.695 . Κορῠβαντ-ίς,ίδος,ἡ, pecul. fem ofΚορύβας, Nonn. D. 2.695 .
κορύδῡλις , εως , ἡ , v. κορδύλη 111 . κορύδῡλις,εως,ἡ, A. v. κορδύλη 111 .
κορυμβ-ήθρα , ἡ , = sq., Ps.- Dsc. 2.179 . κορυμβ-ήθρα,ἡ,=sq., Ps.- Dsc. 2.179 .
a truncheon κορύν-η, ἡ, club, frequently shod with iron for fighting, mace, σιδηρείῃ κορύνῃ ῥήγνυσκε φάλαγγας [[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 7.141, compare 143; ξύλων κορύνας ἔχοντες 5th
κορῠ́φ-αινα , ἡ , a fish, = ἵππουρος , Dorio ap. Ath. 7.304c , Hsch. κορῠ́φ-αινα,ἡ, a fish, A. = ἵππουρος , Dorio ap. Ath. 7.304c , Hsch.
κορῠφ-ίς , ίδος , ἡ , = κορυφή , Gloss. κορῠφ-ίς,ίδος,ἡ, A. = κορυφή ,Gloss.
a crowbar κορών-η, ἡ, a sea-bird, possibly shearwater, Puffinus Kuhlii or P. anglorum, τανύγλωσσοί τε κορῶναι εἰνάλιαι [[ 8th c.BC: Odyssea Homerus Epicus “Odyssey” 5.66, compare 12.418, 4th c.BC: Ar
skilled in ordering κοσμ-ητικός,ή,όν, A. skilled in orderingorarranging,τινος Arist. Oec. 1344b26 , Andronic.Rhod. p.575 M.Adv.- κῶς Hierocl. Prov. p.465 B. II. ἡ -κή(sc.τέχνη)art of dress and or
κοσμ-ήτρια , ἡ , = κοσμήτειρα , Hsch. s.v. Σαραχηρώ . κοσμ-ήτρια,ἡ, A. = κοσμήτειρα , Hsch. s.v. Σαραχηρώ .
of the world κοσμ-ικός,ή,όν, (κόσμοςIV) A. of the worldoruniverse, σχήματα Procl. in Euc. p.65 F.;τὰ κ. πάντα v.l. in Arist. Ph. 196a25 , cf. Philol. (?) 23 ; ἡ κ. διάταξις Plu. 2.119 f; κ. ὀχλή
κοσμο-γένεια , ἡ , = sq., Jul. Gal. 49 a. κοσμο-γένεια,ἡ,=sq., Jul. Gal. 49 a.
κόσος , η , ον , Ion. for πόσος . κόσος,η,ον, Ion. forπόσος.
κοσσύμβη , ἡ , v. κοσύμβη . κοσσύμβη,ἡ, A. v. κοσύμβη .
κοσώλυφος: βόθυνος, ὄχθος, ἀνάστημα γῆς, ἢ σπέρμα , Hsch. κοσώλυφος: βόθυνος, ὄχθος, ἀνάστημα γῆς, ἢ σπέρμα, Hsch.
κοτεινός , ή , όν , = κοτήεις , cj. for σκοτεινόν in Pi. N. 7.61 Boeckh. κοτεινός,ή,όν, A. = κοτήεις , cj. forσκοτεινόνin Pi. N. 7.61 Boeckh.
κοττάνα , ἡ , = παρθένος (Cret.), Hsch. κοττάνα,ἡ, A. = παρθένος (Cret.), Hsch.
κοττάνη , ἡ , implement used in fishing, Ael. NA 12.43 . κοττάνη,ἡ, implement used in fishing, Ael. NA 12.43 .
κοτυλ-ίς , ίδος , ἡ , = κοτύλη 2 , Hp. Int. 18 , cf. Gal. 19.114 . κοτυλ-ίς,ίδος,ἡ, A. = κοτύλη 2 , Hp. Int. 18 , cf. Gal. 19.114 .