LSJκορσ-ωτόςGlossκορσ-ωτός , ή , όν , = κροσσωτός (which is v.l.), Lyc. 291 .κορσ-ωτός,ή,όν,A.= κροσσωτός (which is v.l.), Lyc. 291 .ReferencesLyc. 291