way τρόπος, -ου, ὁ (τρέπω), [in LXX chiefly (ὃν τ.) for אֲשֶׁר ;] __1. a way, manner, fashion: Mat.23:37, Luk.13:34, Act.1:11 7:28, 2Ti.3:8, Ju 7; καθ᾽ ὃν τ., Act.15:11 27:25 (ef. MM, xxv); κατὰ πάν
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
way τρόπος, -ου, ὁ (τρέπω), [in LXX chiefly (ὃν τ.) for אֲשֶׁר ;] __1. a way, manner, fashion: Mat.23:37, Luk.13:34, Act.1:11 7:28, 2Ti.3:8, Ju 7; καθ᾽ ὃν τ., Act.15:11 27:25 (ef. MM, xxv); κατὰ πάν
nourishing, nutritious, τρόφ-ῐμος,ον, alsoος,η,ον,v.infr.:— A. nourishing, nutritious, γάλα -ώτατον Arist. HA 523a11 , cf. Pr. 927a22 ( Comp. ), Phld. Sign. 27 , Sor. 1.94 , al., Gal. 6.382 ; opp.
Trophimus τρόφ-ῐμος, ον, also ος, η, ον, see infr.:— nourishing, nutritious, γάλα -ώτατον [[ 4th c.BC: Aristoteles Philosophus “Historia Animalium” 523a11, cf. “Pr.” 927a22 (_comparative_), 1st c.BC:
τροχ-αστικός , ή , όν , later Greek for Att. θρεκτικός (Moer. p.187 P.), ἡ τ. ἕξις or δύναμις Arr. Epict. 2.18.1 . τροχ-αστικός,ή,όν, later Greek for Att. θρεκτικός(Moer. p.187 P.),ἡ τ. ἕξιςor A. δ
τροχ-εός , ή , όν , = τροχόεις , Nic. Th. 658 . τροχ-εός,ή,όν, A. = τροχόεις , Nic. Th. 658 .
τρῠγῳδ-ικός , ή , όν , = κωμῳδικός, χορός Ar. Ach. 886 ; cf. τρυγῳδός. τρῠγῳδ-ικός,ή,όν, A. = κωμῳδικός, χορός Ar. Ach. 886 ; cf.τρυγῳδός.
τρῡσί-βῐος [ σῐ], ον , ̔τρύὠ = τετρυμένον βίον ἔχουσα, γαστήρ Ar. Nu. 421 . τρῡσί-βῐος[σῐ],ον, ̔τρύὠ A. = τετρυμένον βίον ἔχουσα, γαστήρ Ar. Nu. 421 .
τρῠφ-ηλός , ή , όν , rare form of τρυφερός, σάρκες AP 7.48 , cf. Rhetor. in Cat.Cod.Astr. 8(4).168 , Pall. in Hp. 2.19D. Adv. -λῶς Jul. Or. 6.181d , Suid. s.v. Συβαριτικαῖς. τρῠφ-ηλός,ή,όν, rare form
τρῠφερο-δίαιτος [δῐ] , ον , = foreg., Cat.Cod.Astr. 8(4).175 . τρῠφερο-δίαιτος [δῐ],ον,=foreg., Cat.Cod.Astr. 8(4).175 .
τρωγλό-δῠτος , ον , = τρωγλοδυτικός 1 , Arist. PA 691a26 . τρωγλό-δῠτος,ον, A. = τρωγλοδυτικός 1 , Arist. PA 691a26 .
in the tomb τύμβ-ιος,ον, A. in the tomb, CIG 1956 (Macedonia); alsoα,ον , θέσις BCH 48.518 (Palestine).
τῠραννοκτόν-ειος , ον , = -κτονικός, τὴν -ειον αἰτεῖ δωρεάν Sch. Hermog. in Rh. 7(1).400 W. τῠραννοκτόν-ειος,ον, A. = -κτονικός, τὴν -ειον αἰτεῖ δωρεάν Sch. Hermog. in Rh. 7(1).400 W.
little, small, young, τυτθός,όν, Il. 22.480 , alsoή,όν Call. Dian. 64 , A.R. 3.93 , 4.832 (cf. Hdn.Gr. 1.145 ):— Ep. for (ς)μικρός,which is rarer in Hom. , A. little, small, young,in Hom. mostly of
ὑάμινος , η , ον , = ὕειος, ὑάμινόν τι θύειν IG 12(5).647.8 (Ceos, iii B. C. ). ὑάμινος,η,ον, A. = ὕειος, ὑάμινόν τι θύειν IG 12(5).647.8 (Ceos,iii B. C.).
ὑγῐ-αντός , ή , όν , = ὑγιαστός , Arist. Ph. 224a30 . ὑγῐ-αντός,ή,όν, A. = ὑγιαστός , Arist. Ph. 224a30 .
ὑγρο-πόρευτος , ον , = ὑγροκέλευθος , Orph. H. 82.1 . ὑγρο-πόρευτος,ον, A. = ὑγροκέλευθος , Orph. H. 82.1 .
ὑγρό-πορος , ον , = ὑγροκέλευθος , Nonn. D. 10.123 , 23.182 , 25.67 , 42.118 , Orph. H. 51.2 . ὑγρό-πορος,ον, A. = ὑγροκέλευθος , Nonn. D. 10.123 , 23.182 , 25.67 , 42.118 , Orph. H. 51.2 .
ὑγρό-φοιτος , ον , = ὑγροκέλευθος , Lyc. 88 . ὑγρό-φοιτος,ον, A. = ὑγροκέλευθος , Lyc. 88 .
ὑγρο-φόρος , ον , = ὑδροφόρος , Max. 283 ; ὑμήν Theol.Ar. 48 . ὑγρο-φόρος,ον, A. = ὑδροφόρος , Max. 283 ; ὑμήν Theol.Ar. 48 .
ὑδᾰτ-ώλενος , ον , dub. sens., νύμφαι IG 14.219 ( Acrae ). ὑδᾰτ-ώλενος,ον, dub. sens., A. νύμφαι IG 14.219 (Acrae).
ὑδρηρός , ά , όν , = ὑδατηρός , Sophr. in PSI 11.1214d12 , Trag.Adesp. 546.6 , Philum. Ven. 14.5 ; ἡ ἕλιξ, τὸ ὑδρηρὸν ὄργανον Ph. 1.410 ( v.l. ὑδρηλὸν ). ὑδρηρός,ά,όν, A. = ὑδατηρός , Sophr. in PSI
ὑεικός [ῠ] , ή , όν , = ὑϊκός , Poll. 6.55 , Phot. , etc.; ὑ.τι ποιεῖν, = ὑηνεῖν , Tim. Lex. ὑεικός [ῠ],ή,όν, A. = ὑϊκός , Poll. 6.55 , Phot. , etc.;ὑ.τι ποιεῖν, = ὑηνεῖν , Tim. Lex.
ὑληνόμος [ῡ] , ον , = ὑλονόμος , S.E. P. 1.56 . ὑληνόμος [ῡ],ον, A. = ὑλονόμος , S.E. P. 1.56 .
ὑληουργός [ῡ] , όν , poet. for ὑλουργός, A.R. 2.80 . ὑληουργός [ῡ],όν, poet. forὑλουργός, A.R. 2.80 .