ὑδρηρός,ά,όν,
A.
= ὑδατηρός , Sophr. in PSI 11.1214d12 , Trag.Adesp. 546.6 , Philum. Ven. 14.5 ; ἡ ἕλιξ, τὸ ὑδρηρὸν ὄργανον
Ph. 1.410
( v.l. ὑδρηλὸν ).
ὑδρηρός , ά , όν , = ὑδατηρός , Sophr. in PSI 11.1214d12 , Trag.Adesp. 546.6 , Philum. Ven. 14.5 ; ἡ ἕλιξ, τὸ ὑδρηρὸν ὄργανον Ph. 1.410 ( v.l. ὑδρηλὸν ).
ὑδρηρός,ά,όν,
A.
= ὑδατηρός , Sophr. in PSI 11.1214d12 , Trag.Adesp. 546.6 , Philum. Ven. 14.5 ; ἡ ἕλιξ, τὸ ὑδρηρὸν ὄργανον
Ph. 1.410
( v.l. ὑδρηλὸν ).