μαχλ-ότης , ητος , ἡ , = μαχλοσύνη , EM 594.24 , Sch. Lyc. 771 . μαχλ-ότης,ητος,ἡ, A. = μαχλοσύνη , EM 594.24 , Sch. Lyc. 771 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μαχλ-ότης , ητος , ἡ , = μαχλοσύνη , EM 594.24 , Sch. Lyc. 771 . μαχλ-ότης,ητος,ἡ, A. = μαχλοσύνη , EM 594.24 , Sch. Lyc. 771 .
μεγᾰλικώτατος , η , ον , late Sup. of μέγας, μ. δίφθογγος Sch. D.T. p.199 H. μεγᾰλικώτατος,η,ον, late Sup. of μέγας, μ. δίφθογγοςSch. D.T. p.199 H.
μεγᾰλο-εργικός , ή , όν , contr. μεγᾰλο-ουργικός , - εργής , Procl. in Alc. p.137 C. μεγᾰλο-εργικός,ή,όν, contr. μεγᾰλο-ουργικός, -εργής, Procl. in Alc. p.137 C.
μεγᾰλο-ημέρευσις , εως , ἡ , v.l. for μακροημέρευσις , LXX Si. 30.22 . μεγᾰλο-ημέρευσις,εως,ἡ, A. v.l. for μακροημέρευσις , LXX Si. 30.22 .
μεγᾰλο-κμής , ῆτος , ὁ , ἡ , gloss on ἀνδροκμῆσι (i. e. Ἁδροκμῆσι ), Sch. A. Eu. 248 . μεγᾰλο-κμής,ῆτος,ὁ,ἡ, A. gloss on ἀνδροκμῆσι (i. e.Ἁδροκμῆσι), Sch. A. Eu. 248 .
μεγᾰλο-μήτηρ: ἡ τῆς μητρὸς μήτηρ , Hsch. μεγᾰλο-μήτηρ: ἡ τῆς μητρὸς μήτηρ, Hsch.
μεγᾰλο-ρρημοσύνη , ἡ , = foreg., LXX 1 Ki. 2.3 , Philostr. Her. 2.19 , Anon. ap. Suid. s.v. σεμνομυθοῦσιν . μεγᾰλο-ρρημοσύνη,ἡ,=foreg., LXX 1 Ki. 2.3 , Philostr. Her. 2.19 , Anon. ap. Suid. A. s.v.
of noble nature μεγᾰλο-φῠής,ές, (φυή) A. of noble nature, ἄνδρα -έστερον ἢ κατ' ἄνθρωπον Plb. 12.23.5 , cf. Dam. Pr. 54 ( Comp. ); οἱ μ. τῶν ἀνθρώπων S.E. P. 1.12 , cf. Arr. Epict. 3.23.15 ; μ. ἤ
μεγᾰλότης , ητος , ἡ , = μέγεθος , Chrysipp.Stoic. 3.60 . μεγᾰλότης,ητος,ἡ, A. = μέγεθος , Chrysipp.Stoic. 3.60 .
μεγάνωρ [ ᾱ], ορος , ὁ , ἡ , = μεγαλήνωρ, πλοῦτος Pi. O. 1.2 . μεγάνωρ[ᾱ],ορος,ὁ,ἡ, A. = μεγαλήνωρ, πλοῦτος Pi. O. 1.2 .
Μεγιστώ , οῦς , ἡ , Greatness , personified, Emp. 123.2 . Μεγιστώ,οῦς,ἡ,Greatness, personified, Emp. 123.2 .
μεθ-ύστρια , ἡ , fem. of μεθυστής , Theopomp.Com. 93 . μεθ-ύστρια,ἡ, fem. ofμεθυστής, Theopomp.Com. 93 .
μειλικ-τικός , ή , όν , = foreg. Adv. - κῶς Sch. Ar. Pl. 233 . μειλικ-τικός,ή,όν,=foreg.Adv.-κῶςSch. Ar. Pl. 233 .
Μειλῐνόη , ἡ , euphem. name of Hecate, Orph. H. 71 ( Μηλ - codd.). Μειλῐνόη,ἡ, euphem. name of Hecate, Orph. H. 71 (Μηλ- codd.).
μείλῐνος , η , ον , Ep. for μέλινος (q.v.). μείλῐνος,η,ον, Ep. forμέλινος(q.v.).
μελ-ηδών , όνος , ἡ , = μελεδώνη 1 , Simon. 39.1 (pl.), A.R. 3.812 (pl.), Anacreont. 14.6 , AP 5.292.3 (Paul. Sil.). μελ-ηδών,όνος,ἡ, A. = μελεδώνη 1 , Simon. 39.1 (pl.), A.R. 3.812 (pl.), Anacreon
μελάθρα , ἡ , = sq. 1 , IG 11(2).146 A 64 (Delos, iv B. C. ). = sq. 11.1 , Hermesian. 7.21 cod. μελάθρα,ἡ,=sq. 1 , IG 11(2).146 A 64 (Delos,iv B. C.). II. =sq. 11.1 , Hermesian. 7.21 cod.
μέλαινα , ἡ , v. μέλας . μέλαινα,ἡ, A. v. μέλας .
μελαν-θέᾱ , ἡ , = μελάνων ὅρασις , opp. λευκοθέα , Aristo Stoic. 1.86 . μελαν-θέᾱ,ἡ, A. = μελάνων ὅρασις , opp.λευκοθέα, Aristo Stoic. 1.86 .
μελάνθριξ , τρῐχος , ὁ , ἡ , = μελανόθριξ , Arist. Phgn. 808a19 . μελάνθριξ,τρῐχος,ὁ,ἡ, A. = μελανόθριξ , Arist. Phgn. 808a19 .
μελέ-αγρος: ἡ κατοικίδιος ὄρνις , Hsch. μελέ-αγρος: ἡ κατοικίδιος ὄρνις, Hsch.
μελεαί ( -αιαί cod.) : ἀστράγαλοι, ἢ νωθροί , Hsch. μελεαί(-αιαίcod.): ἀστράγαλοι, ἢ νωθροί, Hsch.
object of care μελεδ-αντός,ή,όν, A. object of care, Μαραθὼν . . μ. ἀνδράσιν BCH 50.529 (Attica,ii A.D.). -ή, f.l. for μελέτη , Hp. Mul. 1.67 .
μελέτ-ησις , εως , ἡ , = μελέτη , AB 438 . μελέτ-ησις,εως,ἡ, A. = μελέτη , AB 438 .