LSJμεγᾰλικώτατοςGlossμεγᾰλικώτατος , η , ον , late Sup. of μέγας, μ. δίφθογγος Sch. D.T. p.199 H.μεγᾰλικώτατος,η,ον, late Sup. ofμέγας, μ. δίφθογγοςSch. D.T. p.199 H.