LSJμεγᾰλο-εργικόςGlossμεγᾰλο-εργικός , ή , όν , contr. μεγᾰλο-ουργικός , - εργής , Procl. in Alc. p.137 C.μεγᾰλο-εργικός,ή,όν, contr.μεγᾰλο-ουργικός, -εργής, Procl. in Alc. p.137 C.Related Lemmasμεγᾰλο-ουργικός