μνησῐκᾰκ-ητικός , ή , όν , = μνησίκακος, δύναμις Arr. Epict. 4.5.12 . μνησῐκᾰκ-ητικός,ή,όν, A. = μνησίκακος, δύναμις Arr. Epict. 4.5.12 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μνησῐκᾰκ-ητικός , ή , όν , = μνησίκακος, δύναμις Arr. Epict. 4.5.12 . μνησῐκᾰκ-ητικός,ή,όν, A. = μνησίκακος, δύναμις Arr. Epict. 4.5.12 .
μνηστηρο-φονία , ἡ , name of the twenty-second Book of the Odyssey, Str. 1.2.11 , Ath. 5.192d , Plu. 1.294c , Longin. 9.14 . μνηστηρο-φονία,ἡ, name of the twenty-second Book of the Odyssey, Str. 1.2.1
μνήστρια , ἡ , fem. of μνηστήρ, = προμνήστρια , Poll. 3.31 . μνήστρια,ἡ, fem. ofμνηστήρ, A. = προμνήστρια , Poll. 3.31 .
μοιρ-άς , άδος , ἡ , v. l. for μοιρίς (q. v.). μοιρ-άς,άδος,ἡ,v.l. forμοιρίς(q. v.).
μοίχ-αινα , ἡ , = μοιχάς , Tz.ad Lyc. 1108 . μοίχ-αινα,ἡ, A. = μοιχάς , Tz.ad Lyc. 1108 .
μοιχ-άς , άδος , ἡ , fem. of μοιχός , Aeschin.Socr. 20 D. , Placit. 1.7.10 ( v.l. μοιχαλίδος ), Vett.Val. 104.11 ; μ. εὐνή Tz. H. 4.349 . μοιχ-άς,άδος,ἡ, fem. ofμοιχός, Aeschin.Socr. 20 D.,Placit. 1.
μοιχ-ίς , ίδος , ἡ , rare fem. of μοιχός , Ar.Byz. ap. Eust. 1761.24 . μοιχ-ίς,ίδος,ἡ, rare fem. ofμοιχός, Ar.Byz. ap. Eust. 1761.24 .
μοιχοσύνη , ἡ , poet. for μοιχεία , Man. 4.394 . μοιχοσύνη,ἡ, poet. forμοιχεία, Man. 4.394 .
μολάχη , ἡ , = μαλάχη , Epigr.Gr. 1135 (Naples, vase). μολάχη,ἡ, A. = μαλάχη , Epigr.Gr. 1135 (Naples, vase).
μολῐ́β-ινος , η , ον , = μολύβδινος , Paul.Aeg. 6.25 . μολῐ́β-ινος,η,ον, A. = μολύβδινος , Paul.Aeg. 6.25 .
μολπ-άστρια , ἡ , fem. of foreg., prob. in Hsch. μολπ-άστρια,ἡ, fem. of foreg., prob. in Hsch.
μολυβδ-ῖτις , ιδος , ἡ , ἄμμος a kind of sand from which λιθάργυρος is obtained, Dsc. 5.87 , Plin. HN 33.106 . μολυβδ-ῖτις,ιδος,ἡ , ἄμμοςa kind of sand from whichλιθάργυροςis obtained, Dsc. 5.87 , Pli
μολυβδό-χρως , ωτος , ὁ , ἡ , = foreg., Gal. 1.343 . μολυβδό-χρως,ωτος,ὁ,ἡ,=foreg., Gal. 1.343 .
μολῠβίς , ίδος , ἡ , gloss on μολύβδαινα , Hsch. μολῠβίς,ίδος,ἡ, A. gloss on μολύβδαινα , Hsch.
μολῡνίη , ἡ , = πυγή , Hsch. μολῡνίη,ἡ, A. = πυγή , Hsch.
μολυρίς , ίδος , ἡ , = ἀκρίς , Suid. ; cf. μολουρίς . μολυρίς,ίδος,ἡ, A. = ἀκρίς , Suid. ; cf.μολουρίς.
μον-αμπῠκία , ἡ , = μονάμπυξ , abstract for concrete, Pi. O. 5.7 . μον-αμπῠκία,ἡ, A. = μονάμπυξ , abstract for concrete, Pi. O. 5.7 .
solitariness, singleness μόν-ωσις,εως,ἡ, A. solitariness, singleness, Pl. Ti. 31 b, Ph. 1.559 ;ἡ ἀπ' αὐτοῦ μ. separationfrom . . , Plu. Them. 10 , cf. Porph. Abst. 4.20 .
μοναρχ-εία , ἡ , poet. for μοναρχία , Hymn.Is. 6 . μοναρχ-εία,ἡ, poet. forμοναρχία, Hymn.Is. 6 .
μονο-δεσμία , ἡ , a tax of uncertain nature, Sammelb. 1441 , PSI 6.693 (ii A. D.) , PAmh. 2.121.7 (ii/iii A. D.) , etc. μονο-δεσμία,ἡ, a tax of uncertain nature, Sammelb. 1441 , PSI 6.693 (ii A. D.),
μονο-συλλᾰβικός , ή , όν , = sq., An.Ox. 1.324 . μονο-συλλᾰβικός,ή,όν,=sq., An.Ox. 1.324 .
single combat μονομᾰχ-ία, Ion. μουνομᾰχίη,ἡ, A. single combat, Hdt. 5.1 , 8 , 6.92 ;ἡ μ., name for part of Il. 3 , Arist. Fr. 149 . II. gladiatorial show, Plb. 31.28.5 (pl.), OGI 529.15 (pl.,ii A.
μορία (B), ἡ , = μωρία, θρέμμα μορί̈ης AP 11.305 ( Pall. ). μορία(B),ἡ, A. = μωρία, θρέμμα μορί̈ης AP 11.305 ( Pall. ).
μουνώψ , v. μονώψ . Μο<>ρκορ: μυχός ( Lacon. ), Hsch. μούρρινα , τά , and μουρρίνη , ἡ , v. μόρρια . μουνώψ, A. v. μονώψ .Μο<>ρκορ: μυχός( Lacon. ), Hsch. μούρρινα,τά, andμουρρίνη,ἡ, v. μόρρια .