LSJμορίαGlossμορία (B), ἡ , = μωρία, θρέμμα μορί̈ης AP 11.305 ( Pall. ).μορία(B),ἡ,A.= μωρία, θρέμμα μορί̈ηςAP 11.305 ( Pall. ).ReferencesAP 11.305Pall.