LSJμνησῐκᾰκ-ητικόςGlossμνησῐκᾰκ-ητικός , ή , όν , = μνησίκακος, δύναμις Arr. Epict. 4.5.12 .μνησῐκᾰκ-ητικός,ή,όν,A.= μνησίκακος, δύναμιςArr. Epict.4.5.12 .ReferencesArr. Epict.4.5.12