skilful in embroidery, ποικῐλ-τικός,ή,όν, A. skilful in embroidery, Poll. 7.34 :ἡ -κή(with or withoutτέχνη)embroidery,ibid., D.H. Comp. 2 , Ph. 1.652 , Vett.Val. 3.21 ; π. ἐπιστήμη LXX Jb. 38.36 ;
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
skilful in embroidery, ποικῐλ-τικός,ή,όν, A. skilful in embroidery, Poll. 7.34 :ἡ -κή(with or withoutτέχνη)embroidery,ibid., D.H. Comp. 2 , Ph. 1.652 , Vett.Val. 3.21 ; π. ἐπιστήμη LXX Jb. 38.36 ;
ποικῐλό-μητις , ιδος , ὁ , ἡ , = foreg., ἆται S. Fr. 592.5 (lyr.). ποικῐλό-μητις,ιδος,ὁ,ἡ,=foreg., A. ἆται S. Fr. 592.5 (lyr.).
ποικῐλό-φρων , ονος , ὁ , ἡ , = ποικιλομήτης, ἀλώπα Alc. Supp. 22.7 ; of Odysseus, E. Hec. 131 (anap.); cf. ποικιλόθρονος. ποικῐλό-φρων,ονος,ὁ,ἡ, A. = ποικιλομήτης, ἀλώπα Alc. Supp. 22.7 ; of Odyss
pastoral ποιμαν-τικός,ή,όν, A. pastoral:ἡ -κή(with or withoutτέχνη)the shepherd's art, Gal. 5.750 , Hsch.
of ποιμεν-ικός,ή,όν, (ποιμήν) A. oforfor a shepherd, θῶκος Theoc. 1.23 ; πίλημα Call. Fr. 125 ; ἀγγεῖον Nic. ap. Ath. 11.475d , etc.:ἡ -κή(sc.τέχνη) Pl. R. 345d .
ποιμν-ικός , ή , όν , = foreg., PRein. 51.16 (iii A.D.) . ποιμν-ικός,ή,όν,=foreg., PRein. 51.16 (iii A.D.).
flock ποίμν-η, ἡ, flock, [[ 8th c.BC: Odyssea Homerus Epicus “Odyssey” 9.122 ] Refs 8th c.BC+]; properly of sheep, βουκολίας ἀγέλας τε καὶ αἰπόλια πλατἔ αἰγῶν ποίμνας τ᾽ είροπόκων ὀΐων [[ 8th-7th c.B
ποιν-ίς , ίδος , ἡ , perh. = ποτνιάς (cf. E. Ba. 664 ), ποινίδες Βάκχαι Theognost. Can. 23 ; cf. -ποινα in δέσποινα, if from -ποτνψα. ποιν-ίς,ίδος,ἡ, perh. A. = ποτνιάς (cf. E. Ba. 664 ), ποινίδες Β
πόκες , αἱ , and πόκη , ἡ , v. πόκος 11 . πόκες,αἱ, andπόκη,ἡ, A. v. πόκος 11 .
πολεμο-λᾱμᾰχᾱϊκός , ή , όν , comic word in Ar. Ach. 1080 , a compd. of πόλεμος, Αάμαχος, Ἀχαϊκός. πολεμο-λᾱμᾰχᾱϊκός,ή,όν, comic word in Ar. Ach. 1080 , a compd. ofπόλεμος, Αάμαχος, Ἀχαϊκός.
πολῑτ-ηί̈η , ἡ , Ion. for πολιτεία. πολῑτ-ηί̈η,ἡ, Ion. forπολιτεία.
πολῑτο-κοπία , ἡ , = δημοκοπία , Sannyr. 7 . πολῑτο-κοπία,ἡ, A. = δημοκοπία , Sannyr. 7 .
πολλαπλᾰσί-ᾰσις , εως , ἡ , = sq., Procl. in Prm. p.551 S. : cf. -ωσις. πολλαπλᾰσί-ᾰσις,εως,ἡ,=sq., Procl. in Prm. p.551 S. : cf.-ωσις.
πολλαπλήσιος , η , ον , Ion. for πολλαπλάσιος. πολλαπλήσιος,η,ον, Ion. forπολλαπλάσιος.
πολλόγειος: ἡ ψιθία σταφυλή, Hsch. πολλόγειος: ἡ ψιθία σταφυλή, Hsch.
command πολῠ-αρχία,ἡ, A. commandorgovernment shared by many, τὸ πλῆθος τῶν στρατηγῶν καὶ ἡ π. Th. 6.72 , cf. X. An. 6.1.18 , J. AJ 4.8.41 , Plu. Cam. 18 , etc.
πολῠ-βοησία , ἡ , f.l. for περιβοησία , Artem. 2.30 . πολῠ-βοησία,ἡ, A. f.l. for περιβοησία , Artem. 2.30 .
πολῠ́-βους , ὁ , ἡ , = sq., gloss on Περίβοια , Eust. 562.40 . πολῠ́-βους,ὁ,ἡ,=sq., A. gloss on Περίβοια , Eust. 562.40 .
πολῠ-βῶλαξ , ᾰκος , ὁ , ἡ , = sq., Cypr. 7.11 . πολῠ-βῶλαξ,ᾰκος,ὁ,ἡ,=sq., Cypr. 7.11 .
πολῠ-γέλως , ὁ , ἡ , gen. pl. -γέλων, f.l. for πολυτελῶν (corr. Cobet) in Plu. 2.552a . πολῠ-γέλως,ὁ,ἡ, gen. pl.-γέλων, A. f.l. for πολυτελῶν (corr. Cobet) in Plu. 2.552a .
πολύ-δηρις , ὁ , ἡ , = sq., ἔλεγχος Parm. 1.36 . πολύ-δηρις,ὁ,ἡ,=sq., A. ἔλεγχος Parm. 1.36 .
much knowledge πολυ-ϊδρεία,ἡ, A. much knowledgeorwisdom,in pl., ἣ πάντ' ἐφύλασσε νόου πολυϊδρείῃσι Od. 2.346 , cf. 23.77 (v.l.); πολυϊδρίῃσιν Thgn. 703 codd.: later in sg., Call. Aet. 3.1.8 .
πολυ-κτησία , ἡ , = πολυκτημοσύνη , Ath. 6.233d . πολυ-κτησία,ἡ, A. = πολυκτημοσύνη , Ath. 6.233d .
πολυ-μάθεια [ᾰ] , ἡ , = πολυμαθία (q.v.), Arist. Fr. 62 , Str. 1.1.1 , Ph. 1.652 , Luc. Salt. 37 : as pr. n. of a Muse at Sicyon, Plu. 2.746e . πολυ-μάθεια [ᾰ],ἡ, A. = πολυμαθία (q.v.), Arist. Fr. 6