ποικῐλό-φρων,ονος,ὁ,ἡ,
A.
= ποικιλομήτης, ἀλώπα
Alc. Supp. 22.7 ; of Odysseus, E. Hec. 131 (anap.); cf.ποικιλόθρονος.
ποικῐλό-φρων , ονος , ὁ , ἡ , = ποικιλομήτης, ἀλώπα Alc. Supp. 22.7 ; of Odysseus, E. Hec. 131 (anap.); cf. ποικιλόθρονος.
ποικῐλό-φρων,ονος,ὁ,ἡ,
A.
= ποικιλομήτης, ἀλώπα
Alc. Supp. 22.7 ; of Odysseus, E. Hec. 131 (anap.); cf.ποικιλόθρονος.