πολεμο-λᾱμᾰχᾱϊκός,ή,όν, comic word in Ar. Ach. 1080 , a compd. ofπόλεμος, Αάμαχος, Ἀχαϊκός.
πολεμο-λᾱμᾰχᾱϊκός
Gloss
πολεμο-λᾱμᾰχᾱϊκός , ή , όν , comic word in Ar. Ach. 1080 , a compd. of πόλεμος, Αάμαχος, Ἀχαϊκός.
πολεμο-λᾱμᾰχᾱϊκός , ή , όν , comic word in Ar. Ach. 1080 , a compd. of πόλεμος, Αάμαχος, Ἀχαϊκός.
πολεμο-λᾱμᾰχᾱϊκός,ή,όν, comic word in Ar. Ach. 1080 , a compd. ofπόλεμος, Αάμαχος, Ἀχαϊκός.