σητο-δόκιδες: ψυχαί, ἢ πτηνὰ ζῷα , Hsch. σητο-δόκιδες: ψυχαί, ἢ πτηνὰ ζῷα, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σητο-δόκιδες: ψυχαί, ἢ πτηνὰ ζῷα , Hsch. σητο-δόκιδες: ψυχαί, ἢ πτηνὰ ζῷα, Hsch.
σῐᾰλενδρίς , ίδος , ἡ , perh. = σιαλίς 1 , Call. Fr. 100c6 . σῐᾰλενδρίς,ίδος,ἡ, perh. A. = σιαλίς 1 , Call. Fr. 100c6 .
σῑγ-ητικός , ή , όν ,= σιγηλός , Hp. Decent. 3 . σῑγ-ητικός,ή,όν,=σιγηλός, Hp. Decent. 3 .
σιγγρίᾱσις , εως , ἡ ,= ἄφθα (A), in horses, Hippiatr. 97 ( v.l. σιγρίασις ). σιγγρίᾱσις,εως,ἡ,=ἄφθα(A), in horses, Hippiatr. 97 (v.l. σιγρίασις).
σῐκῠ-ώνη , ἡ ,= σίκυος 2 , Hp. Steril. 221 . cupping instrument , ib. 222 . σῐκῠ-ώνη,ἡ,= A. σίκυος 2 , Hp. Steril. 221 . 2. cupping instrument, ib. 222 .
σῐκῠ-ωνία , Ion. -ιη, ἡ ,= κολοκύντη , Hp. Loc.Hom. 47 , Plu. 2.154c ; Megalopolitan word acc. to Ath. 2.58f . σῐκῠ-ωνία, Ion. -ιη, ἡ,=κολοκύντη, Hp. Loc.Hom. 47 , Plu. 2.154c ; Megalopolitan word ac
σίκχ-ος , εος , τό ,= βδέλυγμα , Sm. Ez. 7.19 , al.:—also σικχότης , ητος , ἡ , Eust. 972.35 . σίκχ-ος,εος,τό,=βδέλυγμα, Sm. Ez. 7.19 , al.:—alsoσικχότης,ητος,ἡ, Eust. 972.35 .
σιλλέα: τρίχωμα, ἢ λεῖον ( Ἠλεῖοι cj. Guyet), Hsch. σιλλεῖ: ἀναξαίνει, λυπεῖ , Id. σιλλέα: τρίχωμα, ἢ λεῖον(Ἠλεῖοιcj. Guyet), Hsch. σιλλεῖ: ἀναξαίνει, λυπεῖ, Id.
laserwort, Ferula tingitana σίλφιον,τό, A. laserwort, Ferula tingitana, the juice of which was used in food and medicine, Sol. 39 ; ὀπὸς σιλφίον Hp. Acut. 23 ;ς. ἢ ὀπὸς ἢ καυλόςib. 37 , Gal. 12.123
σίμβλ-ωσις , εως , ἡ , a disease of the eyes in horses, Hippiatr. 11 . σίμβλ-ωσις,εως,ἡ, a disease of the eyes in horses, Hippiatr. 11 .
σινδον-ίσκος , ἡ , Dim. of σινδών , Michel 832.24 (Samos, iv B.C. ). σινδον-ίσκος,ἡ, Dim. of σινδών, Michel 832.24 (Samos,iv B.C.).
σίπυδνος [ ῐ], ἡ , collat. form of sq., Orac. ap. Luc. Alex. 25 . σίπυδνος[ῐ],ἡ , collat. form of sq., Orac. ap. Luc. Alex. 25 .
σῖρις or σίρις , ιδος , ἡ ,= ξυρίς , EM 209.35 . σίρις: ἀπαίδευτος , Hsch. σῖριςorσίρις,ιδος,ἡ,=ξυρίς, EM 209.35 . II. σίρις: ἀπαίδευτος, Hsch.
σισακικία , ἡ , a garment (?), PGen. 80.12 (iv A.D.) . σισακικία,ἡ, a garment (?), PGen. 80.12 (iv A.D.).
σῑ́τ-ευσις , εως , ἡ ,= σιτεία , PMich.Zen. 48.2 (iii B.C.) , Gloss. σῑ́τ-ευσις,εως,ἡ,=σιτεία, PMich.Zen. 48.2 (iii B.C.),Gloss.
σῑ́τ-ινος , η , ον , = foreg., Gal. 12.666 , Gp. 2.23.9 , OGI 200.21 (Axum, iv A.D. ); ἄχυρον PLips. 92.7 (ii/iii A.D.) , etc. σῑ́τ-ινος,η,ον,=foreg., Gal. 12.666 , Gp. 2.23.9 , OGI 200.21 (Axum,iv A.
σῑ́τ-ῐσις , εως , ἡ , freq. f.l. for σίτησις , e.g. in Str. 15.3.7 , 17.1.40 . σῑ́τ-ῐσις,εως,ἡ, freq. A. f.l. for σίτησις , e.g. in Str. 15.3.7 , 17.1.40 .
σῑτ-ιστός , ή , όν ,= σιτευτός , Ev.Matt. 22.4 , J. AJ 8.2.4 , Ath. 14.656e . σῑτ-ιστός,ή,όν,=σιτευτός, Ev.Matt. 22.4 , J. AJ 8.2.4 , Ath. 14.656e .
σῑτάρκ-ησις , εως , ἡ ,= τὸ ἀρκοῦν βρῶμα , Zonar. σῑτάρκ-ησις,εως,ἡ,=τὸ ἀρκοῦν βρῶμα, Zonar.
σῑτο-ενδεία , ἡ ,= σιτοδεία , Dsc. 1.127 (pl.). σῑτο-ενδεία,ἡ,=σιτοδεία, Dsc. 1.127 (pl.).
σῑτοδοτ-εία , ἡ ,= σιτοδοσία , LXX Ne. 9.15 . σῑτοδοτ-εία,ἡ,=σιτοδοσία, LXX Ne. 9.15 .
σῑτοποι-ητικός , ή , όν ,= σιτοποιικός , Gal. Thras. 44 . σῑτοποι-ητικός,ή,όν,=σιτοποιικός, Gal. Thras. 44 .
σῑτοπον-ία , ἡ ,= σιτοποιία , Hierocl. p.62 A. σῑτοπον-ία,ἡ,=σιτοποιία, Hierocl. p.62 A.
σῑτόπον-ος (parox.), ὁ , ἡ ,= σιτοποιός , Ph. 1.131 , al. σῑτόπον-ος(parox.),ὁ,ἡ,=σιτοποιός, Ph. 1.131 , al.