σιγγρίᾱσις,εως,ἡ,=ἄφθα(A), in horses, Hippiatr. 97 (v.l. σιγρίασις).
σιγγρίᾱσις
Gloss
σιγγρίᾱσις , εως , ἡ ,= ἄφθα (A), in horses, Hippiatr. 97 ( v.l. σιγρίασις ).
σιγγρίᾱσις , εως , ἡ ,= ἄφθα (A), in horses, Hippiatr. 97 ( v.l. σιγρίασις ).
σιγγρίᾱσις,εως,ἡ,=ἄφθα(A), in horses, Hippiatr. 97 (v.l. σιγρίασις).