LSJσῑτόπον-οςGlossσῑτόπον-ος (parox.), ὁ , ἡ ,= σιτοποιός , Ph. 1.131 , al.σῑτόπον-ος(parox.),ὁ,ἡ,=σιτοποιός, Ph. 1.131 , al.