σκύβα or σκοῦβα: λάχανον, ἡ λαψάνη , Hsch. σκύβαorσκοῦβα: λάχανον, ἡ λαψάνη, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκύβα or σκοῦβα: λάχανον, ἡ λαψάνη , Hsch. σκύβαorσκοῦβα: λάχανον, ἡ λαψάνη, Hsch.
Σκύθ-αινᾰ [ ῠ], ἡ , fem. form of Σκύθης , Ar. Lys. 184 , Alex. 331 . Σκύθ-αινᾰ[ῠ],ἡ , fem. form ofΣκύθης, Ar. Lys. 184 , Alex. 331 .
σκῡ́λ-ευσις , εως , ἡ ,= σκυλεία, τάφου SIG 1233 ( Cilicia ), cf. Heb. Jb. 15.21 . σκῡ́λ-ευσις,εως,ἡ,= A. σκυλεία, τάφου SIG 1233 (Cilicia), cf. Heb. Jb. 15.21 .
σκῠλᾰ́κ-αινα , ἡ , poet. fem. of σκύλαξ , AP 9.604 ( Noss. ). σκῠλᾰ́κ-αινα,ἡ, poet. fem. ofσκύλαξ, AP 9.604 ( Noss. ).
of σκῠλᾰκοτροφ-ικός,ή,όν, A. oforfor the breeding and rearing of dogs:ἡ ς. (sc.τέχνη)this art, Ael. NA 6.8 .
Σκυλλανίς: ἡ πολεμική, ἴσως ἀπὸ τοῦ σκυλεύειν , Hsch. Σκυλλανίς: ἡ πολεμική, ἴσως ἀπὸ τοῦ σκυλεύειν, Hsch.
σκῡ́τ-ευσις , εως , ἡ ,= σκυτεία , Arist. EE 1219a21 . σκῡ́τ-ευσις,εως,ἡ,=σκυτεία, Arist. EE 1219a21 .
σκῡτ-εύτρια , ἡ , fem. of σκυτεύς , prob. in Hsch. s.v. πεσσύπτη . σκῡτ-εύτρια,ἡ, fem. ofσκυτεύς, prob. in Hsch. A. s.v. πεσσύπτη .
skilled in shoemaking σκῡτ-ικός,ή,όν, (σκῦτος) A. skilled in shoemaking, Socr. Ep. 13 :ἡ -κή (sc.τέχνη),=σκυτοτομία, Pl. R. 374b , al., Arist. Pr. 956b4 : -κὴ πλατεῖα Street of Cobblers, IGRom. 4.79
σκῠτᾰ́λ-ωσις , εως , ἡ ,= ῥάβδωσις , prob. in IG 4.742.3 ( Troezen ). σκῠτᾰ́λ-ωσις,εως,ἡ,=ῥάβδωσις, prob. in IG 4.742.3 (Troezen).
of σκῡτοδεψ-ικός,ή,όν, A. oforfor curriersorcurrying, ῥοῦς Hp. Liqu. 5 :-κή, ἡ(sc.κόπρος), Thphr. CP 3.17.5 , 5.15.2 .-ός,ὁ ,=σκυτοδέψης, Pl. Grg. 517e ,v.l. in Luc. Vit.Auct. 11 .
σκωληκ-ίᾱσις , εως , ἡ ,= σκωλήκωσις , Sm. , Thd. Jb. 17.14 . σκωληκ-ίᾱσις,εως,ἡ,=σκωλήκωσις, Sm. , Thd. Jb. 17.14 .
σκώπτρια , ἡ , fem. of σκώπτης , Procop. Arc. 9 . σκώπτρια,ἡ, fem. ofσκώπτης, Procop. Arc. 9 .
σκωρνυφία , ἡ ,= σκάνδαλον , Epich. 94 ; = τὰ ὁσιώδη χρέα (i.e. ὀστώδη κρέα ) Id. 129 . σκωρνυφία,ἡ,=σκάνδαλον, Epich. 94 ; A. = τὰ ὁσιώδη χρέα (i.e.ὀστώδη κρέα) Id. 129 .
σκωρσελεινα , ἡ , dub. in POxy. 936.16 (iii A.D.) . σκωρσελεινα,ἡ, dub. in POxy. 936.16 (iii A.D.).
σμᾰρίλη [ ῑ], ἡ ,= μαρίλη , Arist. Mir. 833a25 . σμᾰρίλη[ῑ],ἡ ,=μαρίλη, Arist. Mir. 833a25 .
σμημᾰτο-θήκη , ἡ ,= σμηματοδοκίς , Id. s.v. ῥύμμα . σμημᾰτο-θήκη,ἡ,=σμηματοδοκίς, Id. A. s.v. ῥύμμα .
σμην-ίον , τό , Dim. of σμῆνος , Dsc. 2.84 . = ἡ πρόπολις , Hsch. σμην-ίον,τό, Dim. of σμῆνος, Dsc. 2.84 . II. = ἡ πρόπολις , Hsch.
σμηρέα , ἡ , prob. f.l. for σπειραία (q.v.) in Thphr. HP 6.1.4 ; but Hsch. has σμηρία: κισσός . σμηρέα,ἡ, prob. A. f.l. for σπειραία (q.v.) in Thphr. HP 6.1.4 ; but Hsch. hasσμηρία: κισσός.
σμήρινθος , ἡ ,= μήρινθος , Pl. Lg. 644e . a bird, Hsch. σμήρινθος,ἡ,=μήρινθος, Pl. Lg. 644e . II. a bird, Hsch.
σμήχη , ἡ ,= σεύτλιον , Hsch. σμήχη,ἡ,=σεύτλιον, Hsch.
σμῑλα , ἡ ,= σμίλη , AP 6.62 ( Phil. ), 295 ( Phan. ). σμῑλα,ἡ,=σμίλη, AP 6.62 ( Phil. ), 295 ( Phan. ).
σμιρινηα , ἡ , prob.= σμυρναία , in a list of colours, POxy. 1739.6 (ii/iii A.D.) . σμιρινηα,ἡ, prob.=σμυρναία, in a list of colours, POxy. 1739.6 (ii/iii A.D.).
σμύλη , ἡ , a fish, Alex.Trall. 12 ; gen. pl. σμύλων (implying σμύλος , ὁ , s.v.l.) Gp. 20.7.1 : σμὐλλα: σαύρα , Hsch. σμύλη,ἡ, a fish, Alex.Trall. 12 ; gen. pl.σμύλων(implyingσμύλος,ὁ, s.v.l.) Gp. 20