LSJσκῡτ-εύτριαGlossσκῡτ-εύτρια , ἡ , fem. of σκυτεύς , prob. in Hsch. s.v. πεσσύπτη .σκῡτ-εύτρια,ἡ, fem. ofσκυτεύς, prob. in Hsch.A.s.v. πεσσύπτη .