λώεσσαν: τὴν ἅμαξαν , Hsch. (also λώλεσσαν ). λωϊσμόν: χῶμα ἢ κλωσμένον , Id. λωί̈τερος , v. λωί̈ων . λωϊτήνη: συμφερωτέρα , Id. λώεσσαν: τὴν ἅμαξαν, Hsch. (alsoλώλεσσαν).λωϊσμόν: χῶμα ἢ κλωσμένον, Id
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λώεσσαν: τὴν ἅμαξαν , Hsch. (also λώλεσσαν ). λωϊσμόν: χῶμα ἢ κλωσμένον , Id. λωί̈τερος , v. λωί̈ων . λωϊτήνη: συμφερωτέρα , Id. λώεσσαν: τὴν ἅμαξαν, Hsch. (alsoλώλεσσαν).λωϊσμόν: χῶμα ἢ κλωσμένον, Id
good: ἀγᾰθός [ᾰγ],ή,όν, Lacon. ἀγασός Ar. Lys. 1301 , Cypr. ἀζαθός GDI 57 :— A. good: I. of persons, 1. well-born, gentle,opp. κακός, δειλός, οἷά τε τοῖς ἀγαθοῖσι παραδρώωσι χέρηες Od. 15.324
o λωί̈ων, (λῶ),ὁ,ἡ , λώϊον,τό , gen.ονος; Att. λῴων,λῷον, A. Pers. 526 ; acc. sg. and neut. pl. A. λῴω S. Ph. 1079 , Pl. Phlb. 11b ; acc. pl. λῴους S. Tr. 736 : also ano-stemλώϊος(Hdn.Gr. 1.122