ποικῐλό-φρων , ονος , ὁ , ἡ , = ποικιλομήτης, ἀλώπα Alc. Supp. 22.7 ; of Odysseus, E. Hec. 131 (anap.); cf. ποικιλόθρονος. ποικῐλό-φρων,ονος,ὁ,ἡ, A. = ποικιλομήτης, ἀλώπα Alc. Supp. 22.7 ; of Odyss
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ποικῐλό-φρων , ονος , ὁ , ἡ , = ποικιλομήτης, ἀλώπα Alc. Supp. 22.7 ; of Odysseus, E. Hec. 131 (anap.); cf. ποικιλόθρονος. ποικῐλό-φρων,ονος,ὁ,ἡ, A. = ποικιλομήτης, ἀλώπα Alc. Supp. 22.7 ; of Odyss
ἀλωπός , ὁ , = ἀλώπηξ , Hdn.Gr. 1.189 :—fem. ἀλωπά , ἡ , Hsch. as Adj. , = ἀλωπεκώδης , S. Fr. 263 . ἀλωπόχροος , ον , contr. ἀλωπέκ-χρους , ουν , fox-coloured, f.l. for ἀλφιτόχρους , AB 381 , Eust. 1