συνεκτικός,ή,όν, (συνέχω)
A. fit for holding together, ἡ τῶν ὅλων ς. αἰτία
Arist. Mu. 397b9
;τὸ ς. Plu. 2.735f ;τὸ ἐν ἑνὶ πάντων ς. Jul. Or. 4.135c ; ς. τόνος
Plu. 2.946c
;ς. αἴτιον, in Stoic Philos.,οὗ παρόντος μένει τὸ ἀποτέλεσμα καὶ αἰρομένου αἴρεται, Stoic. 2.121 , cf. 273 ;ς. αἰτίαib. 144 ; ς. αἴτιον νοσήματος
Gal. 15.111
; ς. δύναμις
Id. 7.525
, cf. 1.85 , 9.2 , Sor. 2.3 ;τὰ ς. τῶν λόγωνtheessenceof the argument, A.D. Adv. 141.21 ;τὸ -κώτατον δόγμαthemost essential . ., Ph. 1.283 ;-κώτατα the most essentialdoctrines, Iamb. VP 32.226 ; -κώτατον κεφάλαιον
Vett.Val. 172.28
;ς. τᾶς σωφροσύναςPhintys ap. Stob. 4.23.61 ( Sup. ); of the soul,ς. ἑαυτῆςself-maintaining, Hierocl. p.29
A. ; v. συνακτικός