συνεξ-αιρέω,
A. take out together, help in removing, συνεξελεῖν ὑμῖν τὸ θηρίον ἐκ τῆς χώρης
Hdt. 1.36
; συμφόνευε καὶ συνεξαίρει δόμων
E. Ion 1044
:— Med. ,ς. τὸ προνοεῖσθαι takeitaway also, X. Cyn. 5.28 .
2.
Act. ,help in taking, ς. τισὶ Σελλασίαν
Id. HG 7.4.12
, cf. Th. 2.29 ( v.l. ξυνελεῖν ) ; μετά τινος Ἀμφίπολιν
Aeschin. 2.32
, cf. IG 22.127.45 ; ς. δορί
E. Ion 61
; Φρύγας
Id. Tr. 24
; Τροίαν