συνεξομοι-όω,
A. assimilate, make similar, τί τινι
Plu. 2.1054b
;τὰ ἤθηib. 97a ; ἑαυτῇ τὸ σπέρμα
Gal. UP 14.7
;suit, accommodate, τὸ . . σχῆμα τοῖς λόγοις
Herm. in Phdr. p.76
A. :— Pass. ,to becomeorbe like, Thphr. CP 1.9.3 , Fr. 173 , Plb. 31.18.4 , Placit. 1.6.1 ; κακίᾳ καὶ φθόνῳ
Vett.Val. 304.27
; συνεξομοιοῦται τὰ τρεφόμενα ταῖς τρεφούσαις
Sor. 1.88
;τῷ περιέχοντι συνεξομοιοῦσθαι become assimilated, Plb. 4.21.1 .